30 χρόνια από τον θάνατο του πολυπράγμονα δημιουργού Ορέστη Λάσκου

0
68

Ο Ορέστης Λάσκος γίνεται γνωστός και αναγνωρίσιμος κυρίως μέσα από τις πενήντα τέσσερις ταινίες του, κυρίως δράματα, βουκολικά, μελοδράματα και κωμωδίες. Η αρχή της κινηματογραφικής του πορείας εγκαινιάζεται με το βουβό ποιμενικό ειδύλλιο «Δάφνις και Χλόη», το οποίο γυρίζεται σε ταινία το 1930, βασισμένο στο ομότιτλο έργο του Λόγγου, συγγραφέα του 3ου μ.Χ. αιώνα.

.

επιμέλεια  Γιώργος  Αντωνακάκης

Τολμά να παρουσιάσει γυμνούς τους δύο πρωταγωνιστές του – την Ελληνοαμερικανίδα χορεύτρια Λούση Ματλή και τον ερασιτέχνη ηθοποιό Απόλλωνα Μαρσύα, ψευδώνυμο του μετέπειτα φωτογράφου Εντισον Βήχου – σκηνοθετική επιλογή που αποτελεί πρωτιά στον ευρωπαϊκό κινηματογράφο.

Απαγγελία ποιημάτων μπροστά σε κοινό

Αν και η επιτυχία του προσφέρει όλα τα εχέγγυα να συνεχίσει στον τότε πρωτοεμφανιζόμενο ελληνικό κινηματογράφο, με τα πρωτόγονα μέσα του, ο Ορέστης Λάσκος ακολουθεί την κλίση του: Να απαγγέλλει ποιήματα στο μεγάλο κοινό των θεάτρων, κρατώντας δύο συμπληρωματικούς ρόλους, του θιασάρχη και του κονφερασιέ.

Περιγράφει αυτή του τη δραστηριότητα σε συνέντευξή του στον ποιητή Βαγγέλη Κάσσο (περιοδικό «Το Δέντρο», τεύχος 47, Σεπτέμβρης – Οκτώβρης 1989):

«Ασφαλώς το θέατρο – προπαντός αυτό – ευνόησε αφάνταστα την ποιητική μου εξέλιξη. Γιατί με τα ταξίδια που έκανε με την “Μάντρα του Αττίκ” (που ήμουνα βασικό στέλεχος για χρόνια) σ’ όλη την Ελλάδα και δυο φορές στην Αίγυπτο, κι ύστερα μόνος μου με τα ατομικά “Ρεσιτάλ Χαράς” σ’ όλη την Αφρική είχα πολλές και ποικίλες εμπνεύσεις που πέρασαν στην ποίησή μου (“Υβέτ Μικάλεφ”, “Ουάτα”, “Αφρικα” κ.τ.λ.).

«Κι έπειτα σαν θιασάρχης και σαν κονφερασιέ που ήμουνα (γιατί ηθοποιός δεν υπήρξα ποτέ) είχα τη μεγάλη ευκαιρία ν’ απαγγέλλω τα ποιήματά μου από σκηνής μπροστά στο μεγάλο κοινό. Κι ήταν συγκινητικό να βλέπεις αυτούς τους απλούς ανθρώπους ν’ ακούνε με θρησκευτική ευλάβεια τα ποιήματά μου και στο τέλος να χειροκροτάνε μ’ ενθουσιασμό.

Με την σύζυγό του, την ηθοποιό Μπεάτα Ασημακοπούλου και τον γιο τους, τον Βασίλη που έφερε το όνομα του ανθυποπλοίαρχου Βασίλη Λάσκου (αγαπημένου αδελφού του πατέρα του), ο οποίος έχασε τη ζωή του ως κυβερνήτης του υποβρυχίου «Κατσώνης» (14 Σεπτέμβρη 1943)

«Α! Ηταν για μένα μεγάλη χαρά οι αξέχαστες αυτές στιγμές. Κι όπως είχε πει κάποτε ο Σεφέρης: “Αμποτες όλοι οι ποιητές να μπορούσαν σαν τον Λάσκο να έρχονται άμεσα σε επαφή με το μεγάλο κοινό”».

Από τα λεγόμενα του ίδιου του καλλιτέχνη καταλαβαίνουμε ότι η ποίηση δεν λειτουργεί ως πάρεργο στη συνολική συνεισφορά του. Οχτώ ολιγοσέλιδα ποιητικά βιβλία – η αρχή γίνεται με το «Φιλμ της ζωής», 1934 – αριθμεί η παραγωγή του, η οποία «κλείνεται» στα άπαντά του, με τον τίτλο «Αγριόχηνες» (1972). Ακολουθεί η «Γυμνή μούσα», που περιλαμβάνει και τη λυρικοσατυρική του τριλογία «Αιθιοπιάδα» (1974).Αφιερωμένα στην Ρόζα και τον Λίμπκνεχτ

Κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου εμφανίζονται δύο ποιήματά του στο προοδευτικό περιοδικό «Λυτρωμός» του πρωτοπόρου ποιητή, κριτικού και δημοσιογράφου Γ. Μ. Μυλωνογιάννη (1909-1954).

Και τα δύο έχουν δεχθεί τα φωτεινά μηνύματα της Οκτωβριανής Επανάστασης κι όπως αυτά εκφράζονται από τη θυσία των άγρια δολοφονημένων κομμουνιστών αγωνιστών, της Ρόζας Λούξεμπουργκ και του Καρλ Λίμπκνεχτ. Το πρώτο δημοσιεύεται στις 15 Ιούνη (αρ. φύλλου 1) και το δεύτερο ως συνέχεια στις 15 Ιούλη 1933 (αρ. φύλλου 2).

Η δημοσίευσή τους συμπίπτει με τη μετάφραση του κειμένου «Ο Λένιν για την τέχνη», σε δύο συνέχειες, στο οποίο ο ιδρυτής και ηγέτης του μπολσεβίκικου κόμματος συνομιλεί με την Γερμανίδα επαναστάτρια Κλάρα Τσέτκιν.

Τα δύο ποιήματα του Ορέστη Λάσκου

ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ

ΕΙΠΑ: «Το βράδυ αυτό το αχνό με την Πανσέληνο

που για τη χώρα της χιμαίρας λάμνει ως μπάρκο,

ρίξε στης Λήθης τον Καιάδα κάθε σκέψη σου,

κι’ άκου τ’ αηδόνια που παραληρούν στο πάρκο!

*

Και μη μιλάς!..Μόν’ άνοιξε το κλειστό στήθος σου,

Τα δύο ποιήματα του «Συνομιλία» και «Συνομιλία δεύτερη» αφομοιώνουν τα φωτεινά μηνύματα της Οχτωβριανής Επανάστασης, μέσα από τη θυσία των άγρια δολοφονημένων κομμουνιστών αγωνιστών, της Ρόζα Λούξεμπουργκ και του Καρλ Λίμπκνεχτ

να το γιομίση ο χείμαρρος των αρωμάτων΄

κι’ όπως πριν λίγα χρόνια (από τη σκέψη αμόλυντα!)

γίνε και πάλι η Σκλάβα των Συναισθημάτων!…

*

Κι’ έτσι, βουβοί κι’ οι δυό μας, ήρεμα θ’ αφίσωμεν

ενέχυρο στο χώμα τ’ άθλια μας σαρκία

κι’ εξαϋλωμένοι μέσ’ στη νύχτα πιά, θα γίνουμε

δυό πράες νότες… στη Συμπαντική αρμονία!..»

*

ΚΙ’ ΕΙΠΕΣ: «Το βράδυ αυτό το αχνό με την Πανσέληνο

υπάρχουν άνθρωποι ποιητή που πεινάνε΄

κι’ αυτή την αργυρή Πανσέληνο θα θέλανε

νάταν ένα καρβέλι απλώς… για να το φάνε!

*

Πάψε να λες αρλούμπες… κι’ άδραξε στη σκέψη σου

την τραγωδία των εκατομμυρίων ανέργων΄

κι’ άκου που φτάνει ώσαμ’ εμάς το επαναστα-

τικό τραγούδι από τα σκότη των Κατέργων!..

*

Κι’ αν την ψυχή σου δεν την σκλάβωσεν η πόρωσις

ακόμα, κι’ αν μια στάλα ζωής υπάρχει εντός σου,

τον μέγα πυρετό της Γης θα νοιώσης σίγουρα,

και θα πης την ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ Θεό σου!..

*

Οχι!.. Δεν έχεις δικαίωμα να γεμίζης πιά

με νοσηρότητες το στήθος σου τ’ αντρίκιο

Το εξώφυλλο των απάντων «Αγριόχηνες», που έβγαλε με δικά του έξοδα, κυκλοφόρησαν, το 1972, στην Αθήνα. Τα συνοδευτικά εικαστικά έργα της έκδοσης έχουν την υπογραφή του ζωγράφου Γιώργου Μούγιου (1907-1983)

ξύπνα απ’ το λήθαργο καλέ μου!.. Ιδού ο δρόμος σου!..»

-Και σού ΕΙΠΑ ντροπιασμένος: «ΕΧΕΙΣ ΔΙΚΙΟ».

ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΔΕΥΤΕΡΗ

ΕΙΠΑ: «Συντρόφισσα πονώ΄ μα αυτός ο πόνος

Δεν είναι πόνος σαν τον κάθε πόνο ως τώρα΄

Είναι ένας πόνος νέος, που σαν μαύρο σύννεφο

Μόνιμα πιά σκεπάζει της ψυχής τη χώρα!..

*

Δεν πάσχ εγώ΄ μ’ απ’ τον καιρό που εντός μου επέδραμεν

όμοια ως Σιμούν η νέα Θρησκεία κι’ όλα αλλάξαν,

χωρίς να νοιώσω πως και πότε, μέσα μου πρωτόγονοι

και πλήθιοι πόνοι των μαζών… κατασταλάξαν!..

*

Κι’ έκτοτε πάσχω αφάνταστα΄ κι αυτός ο πόνος μου

μούχει τα κύτταρα νεκρώσει απ’ άκρου σ’ άκρη΄

και νοιώθω ένα ποτάμι να πηγάζει μέσα μου

που θέλει να ξεσπάσει σ’ ένα αιώνιο δάκρυ!..

*

Κι’ ήρθα σε σένα απόψε, ω στοργική Συντρόφισσα,

την καταθλιπτική μου Πίεση ν’ αλαφρύνεις

Γι’ αυτό, τους τρόπους σου, τα λόγια σου, τα χάδια σου,

κάνε πραϋντικά σαν μια ένεση μορφίνης!..»

*

ΚΙ’ ΕΙΠΕΣ: «Αυτά ‘ναι ΤΡΙΧΕΣ όπως λες κι’ εσύ,

ή αν θες κουτορωμαντισμός περίσος.

Ενας αγώνας θέλει νεύρα, πάθος, κίνηση,

και θέλει ακόμα οργή, κ’ εκδίκηση και μίσος!..

*

Μα προ παντός δε θέλει κλάψες… Κι αν φαντάζεσαι

πως με τα μέσα αυτά, φτωχέ μου, θα παλαίψεις,

γύρνα καλλίτερα στην Ντονκιχωτική σου αποστολή

τη Ντουλτσινέα στα Ισπανικά σου κάστρα να γυρέψεις!..

*

Κι’ άσε μας ήσυχους εμάς ν’ αγωνιζόμαστε

μ’ ό,τι δυναμικό διαθέτει ο εαυτός μας

για την αλήθεια, κι’ αν θα πρέπει να προσφέρουμε

γι’ αυτήν… και τη στερνή ρανίδα του αίματός μας».

*

– Σώπασες… και μού φάνηκες ίδια μια Λούξεμπουργκ

Σ’ αυτή τη φλογερή προφητική σου πόζα,

Και τότε, σαν νεκρός αναστημένος, σού ειπα τρέμοντας:

«Αμποτες να γεινόμουν ένας Λήμπνεχτ… Ρόζα!»

Υ.Γ.: Τσιγγάνικο τραγούδι στη μνήμη του νεκρού μαθητή, ενώ βρίσκεται στην εντατική η υγεία του λαού.

Πηγή ”Ρ” Βασίλης ΚΑΛΑΜΑΡΑΣ

Comments are closed.