Ο Κάλβος και η εποχή μας

0
283

Ω   μεγάλε   Ζακύνθιε,   των   Ωδών   σου   τα   μέτρα,υψηλά, σοβαρά,   τους   αγώνες   εκάλυπτον   εκτεταμένους. (…)

Αλλά   το   θείον   έναυσμα   η   φωνή   σου   δεν   είναι  τώρα πλέον.

Μας   έρχεται  μακρινός   και   παράταιρος   ήχος   τυμπάνου.

(Κ. Καρυωτάκη, «Εις Ανδρέαν Κάλβον»)

Σε μια από τις πιο επιθετικές, καυστικές και ανελέητες σάτιρές του ο Κ. Καρυωτάκης διαλέγεται με τον Ανδρέα Κάλβο (1792 – 1869), τον ποιητή της Αρετής και της Ελευθερίας. Με περισσή παρρησία και ποιητικό πάθος ο Καρυωτάκης γράφει ένα ποίημα, παρωδία καλβικής Ωδής, για να επιτεθεί στην πολιτική, κοινωνική και ηθική παρακμή της εποχής του και να δείξει την ενσυνείδητη αντίθεσή του στη στάση και τη συμπεριφορά της αστικής τάξης του καιρού του.

Ο Καρυωτάκης, ένας από τους πιο προσεκτικούς αναγνώστες της καλβικής ποίησης, αντιλαμβάνεται ότι ένας ποιητής σαν τον Κάλβο, ο οποίος έγινε μεγάλος υμνώντας τους αγωνιστές της Επανάστασης του 1821 και τα ιδανικά τους, σε μια εποχή που κυριαρχούν οι πολιτικές φιλοδοξίες, οι ίντριγκες και τα ψεύτικα οράματα που εξέθρεψαν τη Μεγάλη Ιδέα, είναι καταδικασμένος στη σιωπή και την απομόνωση.

Εμπνέεται, λοιπόν, ο Καρυωτάκης από την αυστηρή και ταυτόχρονα επαναστατική ποιητική φωνή του μεγάλου Ζακύνθιου ποιητή, η οποία «Της δουλείας τα βάρβαρα / σκοτάδια κατέσχισεν / όταν εγράφη πύρινος / η αστραπή των όπλων / (και η αρετή σου)», για να στηλιτεύσει μια εποχή παρακμής, την εποχή του, όπου «τις δάφνες του Σαγγαρίου / η Ελευθερία φορέσασα / γοργά από μίαν χείρα / σ’ άλλην περνά και σύρεται / δούλη στρατώνος». Σε μια τέτοια εποχή η ποιητική φωνή του Κάλβου ακούγεται σαν «μακρινός και παράταιρος ήχος τυμπάνου».* * *

Τρεις δεκαετίες αργότερα, στην ταραγμένη δεκαετία του ’50, ένας άλλος ποιητής και κριτικός της λογοτεχνίας, από τους σημαντικότερους στον τόπο μας, ο Μάρκος Αυγέρης, γράφει το περίφημο κριτικό του δοκίμιο «Ο Κάλβος και η εποχή του» (1957). Με εργαλείο ανάλυσης τη μαρξιστική μεθοδολογία, ο Αυγέρης αναδεικνύει την πολιτική διάσταση των Ωδών και ερμηνεύει τόσο το περιεχόμενο όσο και τη μορφή της καλβικής ποίησης, με βάση τις κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές συντεταγμένες μιας από τις σημαντικότερες μεταβατικές περιόδους της νεότερης Ιστορίας, η οποία αρχίζει με τον Διαφωτισμό και τη Γαλλική Επανάσταση και φθάνει έως την εδραίωση της αστικής τάξης στην Ευρώπη και την ανάπτυξη των επαναστατικών απελευθερωτικών κινημάτων κατά τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα.

Οπως εύστοχα επισημαίνει ο Γ. Ανδρειωμένος, το δοκίμιο θεωρήθηκε ότι είναι είδος αισθητικού μανιφέστου της μαρξιστικής κριτικής σε μια δεκαετία ταραγμένη και, από πολλές απόψεις, σύνθετη1. Αυτό, όμως, που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι ο Αυγέρης, ως κομμουνιστής ποιητής και κριτικός, αναγνωρίζει τη δυναμική της ποίησης του Κάλβου, η οποία, εξαιτίας της φανερής της στράτευσης στην υπόθεση του Αγώνα, μπορεί να εμπνέει το λαό, όταν αυτός βρίσκεται αντιμέτωπος με οποιαδήποτε μορφή τυραννίας.

Γράφει, λοιπόν, στον επίλογο του δοκιμίου του: «Ιδιαίτερα σήμερα, μπροστά στη δίψα της ελευθερίας, που ξεσηκώνει τους λαούς της Γης και στην περιφρόνηση και προς όλους τους δουλικούς συμβιβασμούς, που χαρακτηρίζει τους λαϊκούς αγώνες, η ποίηση του Κάλβου ακούεται μ’ εξαιρετική δύναμη και παρουσιάζεται σα μια φωνή σημερινή, ολότελα επίκαιρη (…). Η ποίηση του Κάλβου ακούεται πάντα σαν εγερτήριο σάλπισμα. Είναι το σάλπισμα της Δημοκρατίας, που διψάει πάντα ελευθερία, ισότητα και δικαιοσύνη, ολοένα μεγαλύτερη, ολοένα πλατύτερη»2.* * *

Αναρωτιόμαστε, λοιπόν, αυτή η αυστηρή, πατριωτική ποιητική φωνή ενός, από πολλές απόψεις και για πολλούς λόγους, δυσκολοκοινώνητου ποιητή, πώς μπορεί να ακουστεί στην εποχή μας, σαν «μακρινός και παράταιρος ήχος τυμπάνου» ή σαν «εγερτήριο σάλπισμα». Η απάντηση δεν είναι εύκολη, γιατί η εποχή μας έχει τα δικά της χαρακτηριστικά, ανεξάρτητα αν κάποιος μπορεί να βρει αναλογίες, λιγότερες ή περισσότερες, με την εποχή του Καρυωτάκη ή του Αυγέρη.

Αν το καλοσκεφτούμε, όμως, είναι δυνατόν να ισχύουν και τα δύο. Η φωνή του Κάλβου ακούγεται, ίσως, παράταιρη και μακρινή, σε μια εποχή που το εργατικό και επαναστατικό κίνημα υποχωρεί, τα λαϊκά στρώματα εμφανίζουν τάσεις παραίτησης και συμβιβασμού, ενώ η δυσωδία από τη βαθιά σήψη του καπιταλισμού θολώνει, πολλές φορές, τη σκέψη. Από την άλλη, όμως, μπορεί να ακουστεί και σαν εγερτήριο σάλπισμα το οποίο θα αφυπνίσει τη συνείδησή μας και θα μας βοηθήσει να καταλάβουμε ότι η «τυραννία» είναι σαν τον Πρωτέα που αλλάζει μορφές και ότι «θέλει Αρετή και Τόλμη» για να την αποτινάξεις.

Ωστόσο, όταν ο αναγνώστης, και μάλιστα ο σημερινός αναγνώστης, βρίσκεται αντιμέτωπος με την ποίηση του Κάλβου, διαπιστώνει ότι πρέπει να ξεπεράσει πολλά εμπόδια, για να μπορέσει να εξοικειωθεί με τον ιδιότυπο αυτόν ποιητικό λόγο. Ο Ανδρέας Κάλβος, όπως διαπίστωνε ο Κ. Παλαμάς στα 1889, «κατέχων εξαιρετικήν όλως θέσιν εν τη ιστορία της νεοελληνικής φιλολογίας, εξαιρετικώς πρέπει να κριθή. Οι ποιηταί της Επτανήσου πηγάζουσιν εμμέσως ή αμέσως εκ του Σολωμού, ο Κάλβος εξ ουδενός των συγχρόνων του εδέχθη μαθήματα, και ουδένα εύρε μιμητήν»3.* * *

Η διαφορετικότητα αυτή του Κάλβου, χαρακτηριστικό τόσο του ίδιου του ποιητή όσο και της ποίησής του, προκάλεσε αναμφίβολα δυσκολίες στους κριτικούς, αφού ο ποιητής έπρεπε «εξαιρετικώς» να κριθεί. Αν, λοιπόν, η ποίηση του Κάλβου αντιστάθηκε με την ιδιοτυπία της στη λογοτεχνική κριτική μιας χρονικής περιόδου πιο κοντινής σ’ αυτόν, πολύ περισσότερο αντιστέκεται, όταν έρχεται αντιμέτωπη με τον ιστορικό ορίζοντα και τις αναγνωστικές προσδοκίες του σύγχρονου αναγνώστη.

Οι δυσκολίες, όμως, μπορούν να ξεπεραστούν, αν τις γνωρίσουμε και τις κατανοήσουμε. Η ποίηση του Κάλβου είναι δύσκολη, γιατί εκφράζει με ιδιόρρυθμη γλώσσα, γεμάτη νεολογισμούς, αρχαϊσμούς, γραμματικές και συντακτικές αυθαιρεσίες και ρητορικά τεχνάσματα, διαφορετικές αισθητικές και φιλοσοφικές τάσεις οι οποίες μέσα στο κείμενο φαίνονται να συγκρούονται, ενώ ο ποιητής, «κρυμμένος πίσω από την αυλαία», κατά τη ρήση του Σεφέρη, δεν κάνει τίποτα για να μας βοηθήσει να λύσουμε το πρόβλημα της σύνθεσής τους.

Ο Κάλβος παραμένει αινιγματικός για τον αναγνώστη, έτσι όπως αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στον κλασικισμό και τον ρομαντισμό, χρησιμοποιώντας έναν ποιητικό λόγο, ο οποίος άλλοτε είναι κλασικότροπος και άλλοτε υπερβαίνει τις ποιητικές συμβάσεις της εποχής του, τόσο ώστε από πολλούς να θεωρείται πρόδρομος της σύγχρονης ποιητικής γραφής4. Αιτία αυτής της αμφιταλάντευσης είναι το γεγονός ότι ο Κάλβος ζει και δημιουργεί σε μια μεταβατική εποχή κατά την οποία οι νέες ρομαντικές τάσεις που εμφανίζονται, επιταχύνουν την κρίση του Διαφωτισμού5.

Ο απόηχος του 18ου αιώνα αντανακλάται στην ποιητική γραφή του Κάλβου, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να διακρίνει κανείς την επίδραση του ρομαντισμού που αρχίζει να φανερώνεται δυναμικά στην πνευματική ζωή του 19ου αιώνα. Ζώντας σε μια εποχή μεταιχμίων, ο ποιητής επηρεάζεται από τον ορθολογισμό του Διαφωτισμού, αλλά και από τον ιδεαλισμό των Ρομαντικών.

Αν ο Σολωμός επιχείρησε, με τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους», τη σύζευξη του κλασικού με το ρομαντικό στοιχείο και προσπάθησε να δημιουργήσει ένα ποιητικό είδος «μιχτό αλλά νόμιμο», στην ποίηση του Κάλβου, αντίθετα, διαπιστώνουμε ότι τα δύο αυτά ρεύματα συνυπάρχουν χωρίς να συναιρούνται. Η έλλειψη αυτή της σύνθεσης θεωρήθηκε από πολλούς ποιητική αδυναμία. Αυτή, όμως, η «αδυναμία» προσδίδει στις Ωδές την έξοχη δραματικότητά τους και καθορίζει, ως ένα μεγάλο βαθμό, τη διαφορετικότητα του ποιητή, η οποία με τη σειρά της προσδιορίζει τον αινιγματικό χαρακτήρα της ποίησής του.* * *

Ωστόσο, στην ποίηση του Κάλβου, εκτός από την αινιγματικότητα και τη διαφορετικότητά της, δύο πράγματα είναι ολοφάνερα. Πρώτα απ’ όλα πρωταγωνίστρια των Ωδών του είναι η Επανάσταση. Απ’ αυτήν εμπνέεται και γι’ αυτήν γράφει. Επειτα, όπως επισημαίνει ο Μάρκος Αυγέρης, «ο πολιτικός χαρακτήρας αυτής της ποίησης είναι φανερός και έντονος».

Ο Κάλβος είναι, ίσως, ο πρώτος πολιτικός Νεοέλληνας ποιητής. Οι έννοιες της αρετής, της ελευθερίας, της δικαιοσύνης είναι κυρίαρχα θέματα της ποίησής του και αντανακλούν το πνεύμα του Διαφωτισμού, το οποίο υπαγορεύει τις πολιτικές αναζητήσεις της εποχής του. Ο Κάλβος δεν είναι απλώς ο μεταφυσικός ποιητής της Ιδέας, όπως προσπάθησε να τον ερμηνεύσει ένα μεγάλο μέρος της αστικής διανόησης, συσκοτίζοντας την πολιτική διάσταση της ποίησής του και τη στράτευσή του στην υπόθεση της Επανάστασης για την κατάλυση της φεουδαρχίας και του αντιδραστικού θεσμού της απόλυτης μοναρχίας.

Αυτό που χαρακτηρίζει τόσο τον ποιητή όσο και το έργο του είναι το γεγονός ότι η επαναστατική του δράση τού επέτρεψε να αντιμετωπίζει την πραγματικότητα στις πραγματικές της διαστάσεις και να μη βλέπει τον κόσμο μέσα από μια αφηρημένη οπτική. Υπό την έννοια αυτήν, ο Κάλβος είναι, καταρχήν, πολιτικός ποιητής, αφού με την ποίησή του έχει κηρύξει πόλεμο κατά της τυραννίας, ενώ, ταυτόχρονα, οραματίζεται ένα πολίτευμα το οποίο θα φέρει την ευδαιμονία και την ελευθερία στους λαούς. Με την έννοια αυτή η ποίηση του Κάλβου, όπως εύστοχα επισημαίνει ο Νάσος Βαγενάς, «αποτελεί τυπικό θρέμμα» της φιλοσοφίας του Διαφωτισμού6.* * *

Καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της πολιτικής σκέψης του Κάλβου και κατ’ επέκταση στην αποτύπωση της σκέψης αυτής στην ποίησή του έπαιξε η ένταξή του στο επαναστατικό κίνημα του καρμποναρισμού. Η μυστική οργάνωση των Καρμπονάρων αναπτύχθηκε στην Ευρώπη στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, μετά την επιβολή της Ιεράς Συμμαχίας (Σεπτέμβρης 1815). Πολιτικό και επαναστατικό χαρακτήρα απέκτησε στην Ιταλία στις αρχές του 19ου αιώνα και αργότερα, μετά την καταστολή του αντιμοναρχικού κινήματος στην Ιταλία, το 1821, εξαπλώθηκε, με τους πολιτικούς φυγάδες, σε ολόκληρη σχεδόν την Ευρώπη.

Ιδεολογικά οι Καρμπονάροι διέφεραν μεταξύ τους. Μετριοπαθείς φιλελεύθεροι, αλλά και φλογεροί επαναστάτες ασπάστηκαν τον καρμποναρισμό, γιατί αυτό που ουσιαστικά τους ένωνε ήταν το κοινό μίσος για την απολυταρχία και την αντιδραστική πολιτική της Ιεράς Συμμαχίας.

Ο Κάλβος μυήθηκε στον καρμποναρισμό όταν βρισκόταν στην Ιταλία, ασπάστηκε την ιδεολογία του, διώχτηκε για τις ιδέες του και έζησε τον επαναστατικό αναβρασμό της εποχής του. Η επαναστατική του δράση, η στράτευσή του στην υπόθεση της ελευθερίας των λαών και το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης έπαιξαν καθοριστικό ρόλο τόσο στη διαμόρφωση της ποιητικής του όσο και στη σύνθεση των Ωδών του7.

Σχετικά με την επίδραση που άσκησε στο έργο του η ένταξή του στην οργάνωση των Καρμπονάρων, γράφει η Αθηνά Γεωργαντά στην εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μελέτη της «Ο Κάλβος και οι Καρμπονάροι»: «Στη Γενεύη, όταν συνέθετε την πρώτη σειρά των Ωδών, ο Κάλβος άντλησε έμπνευση και πάθος από τα σύμβολα της πίστεως των Καρμπονάρων. Η σιβυλλική κατήχηση και τα γριφώδη κρυπτογραφήματα της οργάνωσης μετουσιώθηκαν αισθητικά σε πολλούς στίχους του. Συγκαταλέγονται, όπως πιστεύω, στις κύριες πηγές της ποιητικής δημιουργία του»8.* * *

Αυτή η σχέση του ποιητή με την οργάνωση των Καρμπονάρων και τα επαναστατικά κινήματα της εποχής του φωτίζει ένα άλλο σημαντικό ερμηνευτικό ζήτημα που αφορά το ιδεολογικό περιεχόμενο των Ωδών, τη σημασία της αρετής. Ο Κάλβος είναι γνωστό ότι έχει χαρακτηριστεί ο ποιητής της αρετής. Πρόκειται για έναν καταρχήν σωστό χαρακτηρισμό αν, όμως, δεν διευκρινιστεί η σημασία της έννοιας «αρετή», πολύ εύκολα μπορεί να οδηγηθούμε σε παρερμηνείες. Η αρετή του Κάλβου, εκτός από την ηθική της διάσταση και τον ιδεαλιστικό της χαρακτήρα, είναι, ταυτόχρονα, έννοια πολιτική, αφού ταυτίζεται με την ελευθερία, όπως αυτή αποτυπώνεται ως έννοια στα κηρύγματα της Γαλλικής Επανάστασης.

«Η έννοια και η σημασία της Αρετής», γράφει η Γεωργαντά, «προσγράφονται στις φιλοσοφικές αρχές του Διαφωτισμού. Πρέπει, ωστόσο, να διευκρινιστεί ότι οι αξίες του 18ου αιώνα διατηρήθηκαν ισχυρές στην ηθική φιλοσοφία του ρομαντισμού, με όλες τις αλλαγές που συντελέστηκαν (…). Η Αρετή του Κάλβου ταυτίζεται με την Ελευθερία και αποτελεί προϋπόθεση για την κατάκτηση της Ελευθερίας. Οι ίδιες βάσεις αναγνωρίζονται στις ηθικές αντιλήψεις των Καρμπονάρων περί Αρετής»9.

Τη βαθιά πίστη του στην Αρετή και την Ελευθερία διακηρύσσει με γνήσιο επαναστατικό πάθος ο ποιητής, όταν γράφει στην Ωδή Εις Σάμον: «Οσοι το χάλκεον χέρι / βαρύ του φόβου αισθάνονται / ζυγόν δουλείας, ας έχωσι / θέλει αρετήν και τόλμην / η ελευθερία». Αυστηρός και ασυμβίβαστος, γεμάτος μίσος για την τυραννία, δεν δείχνει καμιά κατανόηση για τους δειλούς. Το όραμα του ποιητή είναι να εξαφανιστεί η τυραννία των μοναρχών και να κυριαρχήσει στον κόσμο η Ελευθερία. Αυτό το όραμα τον οδήγησε στους Καρμπονάρους, αυτό το όραμα πυροδότησε την επαναστατική του φύση και έγινε «εγερτήριον σάλπισμα» στην ποίησή του.* * *

Οπως είπαμε και πιο πάνω, πρωταγωνίστρια στην ποίηση του Κάλβου είναι η Ελληνική Επανάσταση. Θα πρέπει, όμως, να σημειώσουμε ότι ο πατριωτισμός του Κάλβου, όπως εύστοχα παρατηρεί ο Αυγέρης, είναι πατριωτισμός επαναστατικός. Αυτό σημαίνει ότι η μύησή του και η στράτευσή του στο κίνημα των Καρμπονάρων του έδωσαν τη δυνατότητα να αντιμετωπίζει τον απελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων μέσα από μιαν ευρύτερη ιδεολογική οπτική, αποτέλεσμα της επίδρασης που άσκησαν τα ιδανικά της Γαλλικής Επανάστασης και ο καρμποναρισμός στη σκέψη του.

Ολα τα μέλη της μυστικής οργάνωσης των Καρμπονάρων, μετά την επιβολή της Ιεράς Συμμαχίας, παρά τη διαφορετική ιδεολογική τους αφετηρία, πιστεύουν ότι ο κοινός εχθρός είναι ένας, οι απολυταρχικοί ηγεμόνες της Ευρώπης. Αντιμετωπίζουν, με άλλα λόγια, την επανάσταση «ως ενιαίο ευρωπαϊκό φαινόμενο, παρά ως άθροισμα εθνικών και τοπικών κινημάτων»10. Την αντίληψη αυτή μπορούμε να τη διαπιστώσουμε σε πολλούς στίχους των καλβικών Ωδών, όπως για παράδειγμα στο παρακάτω απόσπασμα από την Ωδή «Αι Ευχαί»:

η’

Οταν   υπό   τα   σκήπτρα   σας   νέους   λαούς   καλείτε,

νέους   ιδρώτας   θέλετε   εσείς   διά   να   πληρώσητεπλουσιοπαρόχως,

θ’

Τα   ξίφη   όπου φυλάγουσι   τα   τρέμοντα   βασίλειά   σας

τα   ξίφη   οπού   τρομάζουσι   την   αρετήν,   και   σφάζουσι   τους   λειτουργούς   της* * *

Στην τυραννία, ωστόσο, ο Κάλβος δεν βλέπει μόνο τη στέρηση των πολιτικών ελευθεριών αλλά και την κοινωνική καταπίεση και την εκμετάλλευση των λαϊκών στρωμάτων. Η ίδια του η ζωή του επιβάλλει μια τέτοια στάση. «Κυκλοφορεί», γράφει ο Γιάννης Δάλλας, «σε μια κοινωνία κλειστού ταξικού κυκλώματος, ανάμεσα σε προσωπικότητες του πνεύματος και επιφανείς Ευρωπαίους. Και δεν είναι εκεί παρά ένας επαρχιώτης, ένας ανώνυμος, με την ανασφάλεια του κυνηγημένου (…) Μιλά παραπονετικά και με φυσικότητα για την ταπεινή κοινωνία απ’ όπου προέρχεται, τους ναύτες και τους ποιμένες, τα ορφανά και τους γέροντες, την “πικράν ξενητείαν” και τα έργα των “φιλοπόνων ανθρώπων”. Μιλά εξ ονόματός τους»11. Αναρωτιέται ο ποιητής στην Ωδή Εις Πάργαν12«Ομως διά ποίον οι δούλοι / πίνουσι τον αέρα; / κεντάουσι το άροτρον / και πολύν στάζουσιν κόπον / όμως διά ποίον;». Και αλλού, στην Ωδή Εις Αγαρηνούς, φαίνεται να δίνει την απάντηση: «Το αχόρταστον δρέπανον / αυτοί βαστούν – θερίζουν / πάντ’ όσα ο ιδρώτας μας / ωρίμασεν αστάχυα / διά τους υιούς μας».

Αν, λοιπόν, θελήσουμε να ακούσουμε σήμερα το «εγερτήριον σάλπισμα» της ποίησής του, θα το ακούσουμε στους ήχους αυτού του ανελέητου πολέμου που έχει κηρύξει ο ποιητής κατά της τυραννίας, αλλά και στην υπερήφανη ασυμβίβαστη φωνή του, φωνή γνήσιου επαναστάτη. Γράφει στην Ωδή «Εις Αγαρηνούς»13:

κα’

Και   τοιούτοι,   εμπρός   σας   εγώ   να   γονατίσω!

η   γη   ας   σχισθή,   εις   το   βάραθρονη   βροντή   τ’   ουρανού

ας   με   τινάξη

κβ’

Πρωτού   σας   ατιμάσω   ω   γόνατά μου.   Ατάρακτον   έχω το

βλέμμα   οπόταν   το   καταβάσω   εις   πρόσωπον   ενός

τυράννου.14* * *

Αυτή η περισσή γενναιότητα και η υπερηφάνεια του ποιητή δεν πηγάζουν απλώς από έναν επαναστατικό ενθουσιασμό, αλλά είναι αποτέλεσμα ώριμης πολιτικής και κοινωνικής συνείδησης, η οποία σφυρηλατήθηκε μέσα στους διωγμούς, στις στερήσεις και την επαναστατική δράση.

Ο Κάλβος γνωρίζει καλά γιατί μάχεται τους τυράννους, ξέρει καλά ότι τα λαμπερά τους διαδήματα «τας δυστυχίας μας μόνον φωτίζουν»15. Ο ορθολογισμός που κληρονόμησε από τον Διαφωτισμό, η ρομαντική ευαισθησία και η ποιητική του μεγαλοφυΐα στρατεύονται στη μάχη εναντίον των τυράννων και του επιτρέπουν να αναδείξει στις Ωδές του «τας δυστυχίας» των λαϊκών ανθρώπων, χωρίς, όμως, η ποίησή του να χάσει τον έξοχο λυρισμό και την αισθητική της δύναμη.

Είναι δύσκολο, νομίζουμε, να μην αναγνωρίσει κάποιος στους παραπάνω στίχους τη δύναμη της πολιτικής σκέψης του ποιητή και, ταυτόχρονα, να μη συγκινηθεί από τον ρωμαλέο ποιητικό του λόγο. Σε μια εποχή που το άτομο συνθλίβεται στις μυλόπετρες της καπιταλιστικής παρακμής και προσπαθεί να σωθεί αναζητώντας ατομικές λύσεις, πιθανόν στίχοι όπως «Εσφαλεν ο την δόξαν / ονομάσας ματαίαν, / και τον άνδρα μαινόμενον / τον προ τοιαύτης καίοντα / θεάς την σμύρναν. / Δίδει αύτη πτερά / και εις τον τραχύν, τον δύσκολον / της Αρετής τον δρόμον / του ανθρώπου τα γόνατα ιδού πετάουν»16 να ακούγονται σαν «παράταιρος ήχος τυμπάνου». Ο ποιητής, όμως, φαίνεται ότι είναι αποφασισμένος να μη μας αφήσει ατάραχους μέσα στον εφησυχασμό μας. Μας φέρνει αντιμέτωπους με τα δεινά της τυραννίας, όποια μορφή κι αν παίρνει αυτή μέσα στη ροή της Ιστορίας, ενώ, συγχρόνως, μας δίνει την ελπίδα ότι είναι κοντά η στιγμή που, νομοτελειακά, θα έρθει το τέλος της «(…) όσον είναι / τυφλή και σκληροτέρα / η τυραννίς, τοσούτον / ταχυτέρως ανοίγονται / σωτήριοι θύραι»17. Οσον αφορά τον ίδιο, απερίφραστα δηλώνει ότι, μέχρι να έρθει εκείνη η στιγμή, θα κάνει το χρέος του ως ποιητής:

Δεν   με   θαμβώνει   πάθος   κανένα,   εγώ   την   λύραν  κτυπάω,

και   ολόρθος   στέκομαι   σιμά   εις   του   μνήματός   μου   τ’

ανοικτόν   στόμα18

Παραπομπές:

1. G.J.B Andreiomenos, The politics of reception: Kalvos and the Greek Left. Εισήγηση στο συνέδριο: Byzntine and Modern Greek Studies: The Next Wave, Ohio State University, October 12 – 14, 1990, στο www.academia.edu

2. Μάρκος Αυγέρης, «Ελληνες Λογοτέχνες, Σολωμός – Κάλβος – Ψυχάρης – Καζαντζάκης – Σεφέρης», «Θεμέλιο», Αθήνα 1966, σ. 68, 69.

3. Κωστής Παλαμάς, «Κάλβος ο Ζακύνθιος», στο Εισαγωγή στην ποίηση του Κάλβου, επιλογή κριτικών κειμένων, επιμ, Νάσος Βαγενάς, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1992, σ. 9.

4. Οδυσσέας Ελύτης, «Η αληθινή φυσιογνωμία και η λυρική τόλμη του Ανδρέα Κάλβου», «Ανοιχτά Χαρτιά», «Ικαρος», Αθήνα 1982 σ. 45 – 89 και Σεφέρης ό.π. σ. 56 – 63 και 179 – 210.

5. Δημήτρης Τζιόβας, «Νεοκλασικές απηχήσεις και μετωνυμική δομή στις Ωδές του Κάλβου στο Μετά την Αισθητική», «Γνώση», Αθήνα 1987, σ. 182 – 188.

6. Νάσος Βαγενάς, «Η παραμόρφωση του Κάλβου», στο «Εισαγωγή στην ποίηση του Κάλβου». Επιλογή κριτικών κειμένων, επιμ. Ν. Βαγενάς, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1999, σ. 300 – 301.

7. Η πρώτη σειρά των Ωδών, «Η Λύρα», εκδόθηκε στη Γενεύη στα 1824, ενώ η δεύτερη στο Παρίσι στα 1826.

8. Αθηνά Γεωργαντά, «Ο Κάλβος και οι Καρμπονάροι», σ. 100, https://ejournals..epublishing..ekt.gr/index.php/mnimon/article/view File/ 8506/8810/pdf

9. Ο.π., σ. 82.

10. Ο.π., σ. 58.

11. Γιάννης Δάλλας, «Ο Κάλβος στην προοπτική του χρόνου», στο «Εισαγωγή στην ποίηση του Κάλβου», ό.π. σ. 228.

12. Ο.π. σ. 147.

13. Ο τίτλος λειτουργεί συνεκδοχικά. Εις Αγαρηνούς αντί Εις τυράννους.

14. Ανδρέας Κάλβος, Ωδαί, «Η Λύρα – Λυρικά», Απόσπασμα άτιτλου ποιήματος, φιλολογική επιμέλεια Γιάννης Δάλλας, «Ωκεανίδα», Αθήνα 1999, σ. 153.

15. Ο.π., ί.μ.

16. «Εις Δόξαν», Ανδρέας Κάλβος, Ωδαί, ό.π., σ. 115.

17. «Αι Ευχαί», ό.π., σ. 222.

18. Ο. π., ί.μ.

Μαρία Κ. ΠΕΣΚΕΤΖΗ
Διδάκτωρ Φιλολογίας, συγγραφέας

επιμέλεια: Γιώργος Αντωνακάκης ΠΗΓΗ ”’Ρ”

Comments are closed.