Ο Γιάννης Μαρκόπουλος «Πέρα από τη θάλασσα» – Αφιέρωμα

Πέθανε ο μουσικοσυνθέτης Γιάννης Μαρκόπουλος

Πηγή φωτογραφιών: Eurokinissi 

«Θεωρούσα κι εγώ ότι η μουσική κατάγεται από τους φυσικούς ήχους και ότι πηγές της ήταν τα βουητά των χειμάρρων, τα κελαηδήματα των πουλιών, η ομιλία των ανθρώπων, οι μουσικές των λαών αλλά και οι σύγχρονες αρμονίες από τα ακούσματα των μεγάλων πόλεων. Αναζητούσα μια αισθητική που δε θα εξαιρούσε από την τέχνη της μουσικής την προσέγγισή της στην έκφραση ζωής των ανθρώπων μέσα στις κοινωνίες».

επιμέλεια:   Γιώργος  Αντωνακάκης

Ο Γιάννης Μαρκόπουλος που με το έργο του «προσκύνησε τη χάρη του λαού μας» και έδωσε πνοή, δύναμη και κουράγιο «στα μαρτύρια του» στα «χρόνια τα δίσεκτα», ο δημιουργός που με τα μουσικά του έργα, πλημμυρισμένα με «χρώματα και αρώματα», κουβάλησε τη μνήμη και τη δύναμη της ελληνικής μουσικής, ο συνθέτης που διαμόρφωσε, από την αρχή κιόλας της δημιουργικής του πορείας, μια εντελώς προσωπική ηχητική φωνή κι άποψη, ξέχωρη από τις άλλες μέχρι τότε, έφυγε απο την ζωή, μετά απο άνιση μάχη με τον καρκίνο.

Στις 5 Μάη εισήχθη στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών «Αλεξάνδρα» όπου νοσηλευόταν.

Σε ανακοίνωσή της η οικογένεια του Γιάννη Μαρκοπούλου αναφέρει ότι «η μουσική ψυχή της Ελλάδας σίγησε. Όμως, θα μένει ζωντανή στη μνήμη μας, μέσα από τα τραγούδια του, που τραγουδήθηκαν και θα τραγουδιούνται από γενιές και γενιές Ελλήνων και Ελληνίδων».

Σε ό,τι αφορά την κηδεία, αναφέρεται πως λεπτομέρειες θα ακολουθήσουν σε επόμενη ανακοίνωση.

Κρήτη, Αθήνα και Λονδίνο

Ο Γιάννης Μαρκόπουλος γεννήθηκε, το 1939, στο Ηράκλειο της Κρήτης, από μητέρα σφακιανής καταγωγής και πατέρα από την Ιεράπετρα, γόνοι και οι δύο παλαιών κρητικών οικογενειών.

Η παραδοσιακή μουσική της Κρήτης, η συμφωνική μουσική που ακούει στο ραδιόφωνο, η μουσική της κοντινής Αιγύπτου συνθέτουν τα ακούσματα της παιδικής του ηλικίας και τον καθορίζουν. Παράλληλα από μικρή ηλικία ξεκινά μαθήματα βιολιού και κλαρίνου.

Το 1956, έρχεται στην Αθήνα και περνά την πόρτα του Ωδείου Αθηνών, ενώ εισάγεται και στην Πάντειο. Ερχόμενος στην πρωτεύουσα κουβαλά στις «αποσκευές» του και εφηβικές του συνθέσεις. Αυτές οι μελωδίες θα γίνουν η βάση για τραγούδια που έγραψε πολλά χρόνια αργότερα, όπως η μελωδία για τα «Μαλαματένια Λόγια» που πρωτογράφτηκε από τον Μαρκόπουλο στα 13 του χρόνια, όταν προσπαθούσε να βάλει άλλη μουσική σε κάλαντα.

Οι γνώσεις του πάνω στη μουσική διευρύνονται και του προσφέρουν στοιχεία για τη διαμόρφωση του προσωπικού του ύφους. Με την επιβολή της χούντας αναχωρεί για το Λονδίνο. Εκεί, εμπλουτίζει τις γνώσεις του με την αγγλίδα συνθέτρια Elisabeth Lutyens, ενώ η φιλία του με τον πρωτοποριακό συνθέτη Γιάννη Χρήστου παίζει σημαντικό ρόλο στην επαφή και τη βαθύτερη γνωριμία του με τις πλέον πρωτοποριακές μουσικές μορφές.

Αλλωστε, για τον Γ. Μαρκόπουλο από την αρχή κιόλας της δημιουργικής του διαδρομής, είναι σαφές ότι «το αληθινό τραγούδι ξεκινά από μια φοβερή ανάγκη και βυθίζεται στον κόσμο που ομαδικά το στερεώνει, αλλάζοντας το, ερμηνεύοντας το ή ακούγοντάς το την ώρα που ζει (…). Το πρώτο υλικό ξεκινά από τον κόσμο και τελειώνει πάλι σ΄αυτόν».

Επιστροφή στην Ελλάδα και «Επιστροφή στις ρίζες»

Το 1969 επιστρέφει στην Ελλάδα.

Με την είσοδο της δεκαετίας του ’70, υλοποιεί το μουσικό του όραμα: καταθέτει μουσικά έργα που χαρακτηρίζονται στο σύνολό τους ως νέα πρόταση και τομή για τη μέχρι τότε ελληνική μουσική πραγματικότητα. Με την «Επιστροφή στις ρίζες» της λαϊκής και παραδοσιακής μας μουσικής, έδειξε τον τρόπο πώς μπορεί κανείς να αξιοποιήσει τα εξελίξιμα στοιχεία της παράδοσης, πώς μπορεί κανείς να ερμηνεύσει γόνιμα τις κληρονομημένες αξίες. Αλλωστε, βαθιά του πεποίθηση ήταν, ότι «το τραγούδι, αν είναι γνήσιο και αληθινό, γίνεται από ιθαγενές αυτόματα και διεθνές».

Χαρακτηριστικά, πλάι στα κλασικά όργανα της ορχήστρας έβαλε λαϊκά, παραδοσιακά όργανα (λύρα, σαντούρι, ηπειρώτικο κλαρίνο), ενώ «ανέστησε» θαμμένες μουσικές μορφές της ελληνικής παράδοσης, τους πολύτροπους ρυθμούς απ’ όλες τις περιοχές της χώρας και μας τα παρουσίασε μέσα από την έντονη προσωπική του τέχνη, ατόφια και σύγχρονα, εκφράζοντας ταυτόχρονα σημερινά προβλήματα και και καταστάσεις.

«Επιστροφή στις ρίζες σημαίνει σχεδιασμός του μέλλοντος», ανάφερε σε συνέντευξή του στον «Ριζοσπάστη» το 1977, προσθέτοντας ότι «ρίζες σημαίνει το παντότινο, το αιώνιο, όπως πχ οι έννοιες ισότητα και ελευθερία». Και πάλι στον «Ριζοσπάστη», αυτή τη φορά το 2006, σημείωνε: «Οταν χρησιμοποίησα στη μουσική μου τη λύρα, το σαντούρι, το λαϊκό κλαρίνο, μέσα στα συμφωνικά όργανα, είχα μια κατεύθυνση εξ αρχής. Να συντελέσουν τα ηχοχρώματα αυτής της νέας ορχήστρας στα μουσικά μου έργα, στη συνοχή, στην αλληλεγγύη και στην ανάδειξη των άγραφων νόμων, που διαθέτει στην ψυχή του ο ελληνικός κόσμος».

Η δεκαετία του ’70 είναι ιδιαίτερα γόνιμη για τον συνθέτη. Είναι τα χρόνια που κυκλοφορεί δίσκους – ορόσημα στην ελληνική μουσική δισκογραφία, «Χρονικό» (1970), «Ριζίτικα» και «Ιθαγένεια» (1971), «Ο Στρατής Θαλασσινός» (1973) «Θητεία», «Μετανάστες» (1974), «Θεσσαλικός κύκλος» (1975), «Ανεξάρτητα» (1976).

Σε όλα αυτά τα έργα του γίνεται φανερή η διάθεση του Γ. Μαρκόπουλου μέσα από την Τέχνη του να συμβάλλει στην ανύψωση του λαού μας. «Προσπαθώ κι εγώ να είμαι από τους ανθρώπους που αγωνίζονται με το έργο τους να συνειδητοποιήσουν τους θεατές – ακροατές (…) να βρεθεί από τους ίδιους η μέθοδος που από την ομαδική συνειδητότητα θα περάσει στην πραγμάτωση», δήλωνε στον «Ριζοσπάστη», το 1977.

«Χρονικό» και «Ριζίτικα»

«Ολα τα τραγούδια έχουν πολιτικό αντίκρισμα. Από το πιο απλό τραγουδάκι μέχρι το πιο σύνθετο. Και πάντοτε εξυπηρετούν κάποιες ομάδες…», έλεγε ο Γ. Μαρκόπουλος και σε αυτό το μικρό μας αφιέρωμα δεν μπορούμε να μη σταθούμε σε δύο δίσκους του που είχαν το δικό τους μερτικό στην ενδυνάμωση του λαού μας στα μαύρα χρόνια της δικτατορίας.

Ο πρώτος δίσκος είναι το «Χρονικό» σε στίχους του Κ. Χ. Μύρη (Κώστα Γεωργουσόπουλου), που ήρθε ως νέα πρόταση μέσα στο σύνολο της μέχρι τότε ελληνικής τραγουδοποιίας και αποτέλεσε τομή στη μουσική πραγματικότητα της χώρας.

«Το 1966 ξεκινάμε με τον Μύρη τη δημιουργία ενός μουσικού έργου κι εκείνος αρχίζει να γράφει τον ποιητικό χάρτη του “Χρονικού”, με στίχους εμπνευσμένους από την επώδυνη πορεία του ελληνισμού στον εικοστό αιώνα. Το 1967 έμενα στην οδό Δεινοκράτους, στο κέντρο της Αθήνας. Εκεί συνθέτω τα τραγούδια του “Χρονικού” (…)».

Με την επιστροφή του στην Ελλάδα, το 1969 ξεκινά η διαδικασία για την κυκλοφορία του έργου. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η λογοκρισία που αντιμετώπισε το «Χρονικό» από τη χούντα των συνταγματαρχών και πώς κατάφεραν οι δημιουργοί του να την αποφύγουν: «Η λογοκρισία εκείνης της εποχής, μετά την έγκριση των στίχων, δεν έδινε κανένα δικαίωμα να προστεθεί ούτε ένα “και” στους εγκεκριμένους από αυτήν στίχους. Ωστόσο, δεν απαγόρευε την αφαίρεση φράσεων! Γράφτηκε λοιπόν μεγάλος αριθμός νέων στίχων όπου ανάμεσά τους υπήρχαν οι κανονικοί. Παράδειγμα: Στάλθηκαν για έγκριση οι κάτωθι στίχοι: “Κι ο λαός μέσα στη μαύρη Κατοχή θα κάνει την αντίστασή του στους κατακτητές και θα ‘ρθει μια μέρα που θα τους διώξει και τότε θα παίζει τα πολλά τραγούδια του για τη λευτεριά”. Μετά την έγκριση ο στίχος παρέμεινε όπως αρχικά είχε γραφτεί: “κι ο λαός θα παίζει τα πολλά τραγούδια του για τη λευτεριά”».

Κάτω από ποιες συνθήκες έγινε η ηχογράφηση του δίσκου, καθώς και η υποδοχή του… «Η ηχογράφηση του “Χρονικού” έγινε στο στούντιο ΕΡΑ. Η ορχήστρα με βιολί, βιολοντσέλο, κόντρα μπάσο, κλαρίνο, φλάουτο, κιθάρα, πιάνο, κρητική λύρα, ποντιακή λύρα, λαούτο, μπαγλαμά, νταούλι – ντέφι και ντραμς, ήταν πανέτοιμη από τις πρόβες και ο Ξυλούρης με την Δημητριάδη γνώριζαν κάθε λεπτομέρεια του έργου. Πολλοί νέοι και νέες μαθητές του Ωδείου Αθηνών και φοιτητές πανεπιστημίων παρακολουθούσαν την ηχογράφηση (…).

Γίνονται βραδιές “Χρονικού” με τον Γιώργο και την Λένα Σαββίδη, τον ζωγράφο Σικελιώτη, τον δημοσιογράφο Πηλιχό, τον μουσικολόγο Φοίβο Ανωγιαννάκη και τους καθηγητές Νίκο Παναγιωτάκη και Γρηγόρη Σηφάκη. Ο Γιάννης Τσαρούχης ακούει το έργο στο θέατρο του Κουν και το εγκωμιάζει. Ο Μανώλης Ανδρόνικος και ο χαράκτης Τάσσος ενθουσιάζονται. Οι άνθρωποι που τους είχε η δικτατορία φυλακή, ακούνε το “Χρονικό”. Οι φοιτητές είναι κάθε βράδυ στη μπουάτ “Στούντιο Λήδρα”, όπου παίζουμε όλο το έργο. Θα περάσουν τέσσερα χρόνια ακόμη για να ακουστεί έστω και ένα από τα τραγούδια του “Χρονικού” στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση…».

Ο δεύτερος δίσκος είναι τα «Ριζίτικα». Τα «Ριζίτικα» παραδοσιακά τραγούδια της ιδιαίτερης πατρίδας του, της Κρήτης τα είχε διασκευάσει και ενορχηστρώσει ο συνθέτης με τέτοιο τρόπο, ώστε να αποτελέσουν μια ενιαία μορφή διήγησης. Ιδιαίτερα το «Πότε θα κάνει ξαστεριά», με το εύγλωττο βαθύτερο νόημά του, βρίσκεται στα χείλη των φοιτητών τις μέρες της εξέγερσης του Πολυτεχνείου.

Οι αγώνες της νεολαίας επηρεάζουν βαθιά τον συνθέτη και για τη δημιουργία ενός άλλου του σπουδαίου έργου, τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» σε στίχους του Διονυσίου Σολωμού. 

Αλησμόνητη σε όσους την έζησαν θα μείνει και η μεγάλη του λαϊκή συναυλία τον Ιούλη του 1974, μετά την πτώση της χούντας, στο γήπεδο του Παναθηναϊκού και καταγράφηκε από τον Νίκο Κούνδουρο για «Τα Τραγούδια της Φωτιάς» μαζί με εκείνη του Μίκη στο γήπεδο Καραϊσκάκη.

Ακμαίος και δημιουργικός

Ο Γ. Μαρκόπουλος συνεχίζει και τα επόμενα χρόνια τη δημιουργική του διαδρομή. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε τα έργα «Σειρήνες», «Φίλοι που φεύγουν», «Κονσέρτο – Ραψωδία για λύρα και ορχήστρα» τη δεκαετία του ’80, καθώς και τη «Λειτουργία του Ορφέα», την «Αναγέννηση, Κρήτη ανάμεσα σε Βενετιά και Πόλη», την όπερα «Ερωτόκριτος και Αρετούσα» τη δεκαετία του ’90.

Ο Γ. Μαρκόπουλος, ακόμα, γράφει μουσική για το θέατρο συνεργαζόμενος με το Εθνικό Θέατρο, το Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν, το Αμφιθέατρο του Σπύρου Ευαγγελάτου και με τους σκηνοθέτες Μίνωα Βολονάκη και Λεωνίδα Τριβιζά, ενώ συνέθεσε και μουσική για κινηματογραφικές ταινίες, όπως «Μικρές Αφροδίτες» (Βραβεία Μουσικής Θεσσαλονίκης και Βερολίνου) και «Vortex και Byron» του Νίκου Κούνδουρου, «Κραυγή γυναικών» και «Πρόβα» του Ζιλ Ντασέν, «Επιχείρηση Απόλλων» του Γιώργου Σκαλενάκη.

Παράλληλα ο Γιάννης Μαρκόπουλος ιδρύει την ορχήστρα Παλίντονος Αρμονία με την οποία πραγματοποιεί πολλές συναυλίες στην Ελλάδα, αλλά και σε πόλεις της Ευρώπης, του Καναδά, των ΗΠΑ και της Αυστραλίας.

Σε όλη τη πορεία του συνεργάστηκε με μερικούς από τους σπουδαιότερους στιχουργούς και ποιητές. Εργα του έχουν τραγουδήσει οι Νίκος Ξυλούρης, Μαρία Δημητριάδη, Βίκυ Μοσχολιού, Παύλος Σιδηρόπουλος, Λάκης Χαλκιάς, Γιώργος Νταλάρας, Βασιλική Λαβίνα, Λιζέτα Νικολάου, Χαράλαμπος Γαργανουράκης, Ηλίας Κλωναρίδης, Γιώργος Νικηφόρου Ζερβάκης κα, αλλά και νεώτεροι ερμηνευτές αναμετρήθηκαν με το έργο του, όπως οι Αλκίννος Ιωαννίδης, Μίλτος Πασχαλίδης, Νατάσσα Μποφίλιου, Κώστας Μακεδόνας κα.

Ξεχωριστή πτυχή της πολυποίκιλης δημιουργίας του Γ. Μαρκόπουλου ήταν και η ενασχόλησή του με το παιδικό τραγούδι. Οι μελωδίες του στη θρυλική «Ντενεκεδούπολη» της Ευγενίας Φακίνου, αλλά σε όλες τις παραστάσεις του κουκλοθεάτρου του «Μπαρμπά Μυτούση» έχουν μεγαλώσει γενιές και γενιές παιδιών.

Το αληθινό τραγούδι είναι συνδεδεμένο με τους αγώνες, την ηθική, τη συνειδητοποίηση των ανθρώπων

«Το έργο του Γιάννη Μαρκόπουλου – μακριά πάντα από τις σειρήνες της ευκολίας και τους πειθαναγκασμούς της εμπορευματοποίησης – δεν είναι απλά ένας παθητικός δέκτης των μηνυμάτων του καιρού. Είναι ένας ενεργητικός πομπός που μεταβάλλεται σε κοινωνική πράξη, που επενεργεί στη ζωή με τα ιδανικά που εκφράζει και εξυπηρετεί, τα ιδανικά μιας φωτεινότερης κι ομορφότερης ζωής για τους όπου Γης αδικημένους.

Για όλους αυτούς τους λόγους, με τη σημερινή συναυλία θέλουμε, από μέρους της ΚΕ του ΚΚΕ, να εκφράσουμε ένα μεγάλο, ολόθερμο “ευχαριστώ” στον Γιάννη Μαρκόπουλο για την πολιτιστική και κοινωνική προσφορά του μέσα από την τέχνη του. Μια τέχνη που, όπως στο παρελθόν έτσι και σήμερα, εξακολουθεί να συναντιέται με τους στόχους, τις επιδιώξεις και τις αξίες του Κόμματός μας για έναν ανώτερο ανθρώπινο πολιτισμό σε όλες του τις εκφάνσεις».

Τα παραπάνω σημείωνε ο Ν. Σοφιανός, μέλος του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ στην εκδήλωση τιμής στον συνθέτη που πραγματοποίησε η ΚΕ του Κόμματος, το 2016, στην Αίθουσα Συνεδρίων στον Περισσό.

Αλλωστε, όλα αυτά τα χρόνια η σχέση του Γ. Μαρκόπουλου με το ΚΚΕ ήταν ιδιαίτερα γόνιμη. Τιμά με την παρουσία του και τη συμμετοχή τα Φεστιβάλ της ΚΝΕ, από τη δεκαετία του 1970, ενώ στη μνήμη όλων μας θα μείνουν οι συναυλίες που διοργάνωσε το ΚΚΕ στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής και πέρσι στο «Ολύμπια».

Το κυριότερο, όμως, όλων είναι ότι τα τραγούδια του Γ. Μαρκόπουλου θα συνεχίσουν να μας συντροφεύουν στους αγώνες μας, αλλά και εκείνη τη μέρα την «αναστάσιμη», που «ο λαός θα παίζει τα πολλά τραγούδια του για τη λευτεριά…».

Και ο λόγος είναι ότι ο Γ. Μαρκόπουλος γνώριζε καλά, ότι «το γνήσιο ελληνικό τραγούδι, ποτισμένο με το αίμα της γης και των ανθρώπων αυτού του τόπου είναι το φως, είναι το αμετακίνητο, είναι το πιο σπουδαίο πολιτιστικό επίτευγμα της νεοελληνικής ιστορίας μας.

Σήμερα, το αληθινό τραγούδι είναι συνδεδεμένο με τη φιλοσοφία, τους αγώνες, τη συνειδητοποίηση των ανθρώπων για τη θέση τους, την ελευθερία τους, τη δυναμή τους, την ηθική τους. Η μουσική στον τόπο μας είναι η πολιτική και πολιτιστική βάση για την οργάνωση μιας νέας ζωής και η λαϊκή συναυλία είναι ο μαγευτικός πολιτικός λόγος που διαμορφώνει το χρώμα της εποχής».

Πηγή:

Comments are closed.