Νικηφόρος Βρεττάκος: Εκατόν δέκα χρόνια από τη γέννησή του

0
81
R


επιμέλεια: Γιώργος Αντωνακάκης 

Νικηφόρος Βρεττάκος

Η τετράχρονη αυτοεξορία του (1970-1974), κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, στο Παλέρμο της Σικελίας και η ποιητική του συλλογή «Σικελικά ποιήματα»..

Το εξώφυλλο της συμπληρωμένης ελληνικής έκδοσης (Ιούλης 1990, εκδόσεις «Αστρολάβος/Ευθύνη»)

Το 2022 συμπληρώνονται ακριβώς εκατόν δέκα χρόνια από τη γέννηση του ποιητή Νικηφόρου Βρεττάκου (γεννήθηκε το 1912, απεβίωσε 4 Αυγούστου 1991) και είναι μία πρόσφορη ευκαιρία να γνωρίσουμε την ιδιαίτερη σχέση του με τη Σικελία, όπως αυτή διαμορφώθηκε, κατά την τετραετή αυτοεξορία του, μετά την επιβολή της δικτατορίας.

Η εγκατάστασή του στο Παλέρμο κρατάει από τον Σεπτέμβρη του 1970 έως τον Αύγουστο του 1974. Ο Νικηφόρος Βρεττάκος αποδέχεται την πρόσκληση του Ιταλού νεοελληνιστή Μπρούνο Λαβανίνι (1898-1992), ιδρυτή και πρόεδρου του Σικελικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών, με σκοπό να συνεργαστεί στη σύνταξη ενός νεοελληνικού λεξικού.

Η γεωμορφολογία της Μεγάλης Ελλάδας, συγγενική μ’ αυτή της γενέθλιου Πελοποννήσου – αφού και οι δύο τόποι ανήκουν στον ίδιο παράλληλο – του δίνει την αφορμή να στοχαστεί, μέσω του συναισθήματος, για το αίσθημα της απουσίας της πατρίδας, το οποίο επιτείνει τη νοσταλγία της επιστροφής.

Τον Οκτώβρη του 1967, ο δημιουργός, ο οποίος έχει συνδέσει την πολιτική επιλογή του με την Αντίσταση και τους αγώνες του ελληνικού λαού ενάντια στους Ιταλούς και Γερμανούς κατακτητές, αυτοεξορίζεται. Φιλοξενείται, επί τρία χρόνια, στη Διεθνή Παιδούπολη Πεσταλότσι, με έδρα το Τρόγκεν της Ελβετίας. Πολύτιμη η μαρτυρία του γιου του, Κώστα Βρεττάκου, (1938-2018):

«Η απριλιανή χούντα είχε πυροδοτήσει τη διάλυση της οικογένειάς μας. (…) Ο Ν.Β., μια ακόμη φορά στη ζωή του, ένιωσε πως βρισκόταν με την πλάτη στον τοίχο. (…) Ο ίδιος είχε να διαλέξει ανάμεσα στην εσωτερική εξορία που του επιφύλασσε η δικτατορία και την αυτοεξορία του στο εξωτερικό.Δίστασε αρχικά, αλλά τελικά – με τεράστιο ψυχικό κόστος υποθέτω – διάλεξε την οδό της περιπλάνησης που δεν πίστευε ότι θα διαρκούσε τόσο πολύ (…). Ο Ν.Β. σ’ όλη τη διάρκεια της επτάχρονης δικτατορίας (1967 – 1974) έζησε, τελικά, αυτοεξόριστος “κάπου στην Ευρώπη”.

Η προμετωπίδα του Περικλή Παντελεάκη στην πρώτη ιταλική δίγλωσση έκδοση των «Σικελικών Ποιημάτων» (1987, Αρχείο παλαιοβιβλιοπωλείου «Βιβλιοθήρας»)

»Το “Χωριό Πεσταλότσι” αποτέλεσε το πρώτο καταφύγιό του. Η διεθνής αυτή Παιδούπολη δημιουργήθηκε αμέσως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (1945) με πρωτοβουλία του Βάλτερ Ρόμπερτ Κορτί (σ.σ. Ελβετός φιλόσοφος και κοινωνιολόγος, 1910-1990), για να στεγάσει ορφανά παιδιά από διάφορες χώρες του κόσμου, θύματα των πολεμικών καταστροφών.

»(…) Το “σπίτι” κάθε εθνότητας διευθυνόταν από έναν “πατέρα” και μία “μητέρα”, συνεπικουρούμενους από ανάλογο βοηθητικό προσωπικό. Το ελληνικό “σπίτι” ονομαζόταν “Κυψέλη” και εκείνη την εποχή διέθετε μόνο “μητέρα”. Το διηύθυνε η Καλλιόπη Νικοπούλου (σ.σ. συγγραφέας της Αιγυπτιώτικης Διασποράς, 1911-1989) παλιά φίλη του Ν.Β. (…)».* * *

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος στο «Χωριό Πεσταλότσι» θα παραμείνει τρία χρόνια, από τον Οκτώβρη του 1967 έως τον Σεπτέμβρη του 1970. Ετσι, το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς αρχίζει η τετραετής εγκατάστασή του στη σικελική πρωτεύουσα, αφού είχε προηγηθεί την άνοιξη ένα σύντομο ταξίδι για δύο διαλέξεις, στο Σικελικό Ινστιτούτο Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών, που έχει σήμερα μετονομαστεί σε Σικελικό Ινστιτούτο Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών «Bruno Lavagnini».

Το πώς έγινε αυτή η μετοικεσία, από την Ελβετία στη Σικελία, την καταγράφει ο σημερινός πρόεδρος του Ινστιτούτου Βιτσέντζο Ρότολο (γεν. 1931), φίλος και μεταφραστής του Νικηφόρου Βρεττάκου:

«Η ανυπομονησία του να βάλει πόδι στο σικελικό χώμα, δηλαδή να φθάσει σε πολύ κοντινή απόσταση από την πατρίδα του, αποδίδεται θαυμάσια στο ποίημα “Ταξίδι στη Σικελία” (σ.σ. περιλαμβάνεται στα “Σικελικά ποιήματα”). Εκτός από την ψυχική αναστάτωση που προκάλεσε στον ποιητή η επαφή με τη σικελική γη, σε προσωπικό επίπεδο σημειώθηκε μια σημαντική στροφή, αφού οι σχέσεις μας, από τη φιλολογική επαφή του ελληνιστή που ασχολείται με το έργο ενός Ελληνα ποιητή, πέρασαν στη θερμή εγκαρδιότητα μιας φιλίας προορισμένης να γίνει όλο και πιο στενή και πλούσια σε ανθρώπινα συναισθήματα».

Ενα αγαπησιάρικο ενσταντανέ Βρεττάκου και Ρίτσου, που δικαιολογεί τον στίχο του πρώτου από τους τρεις καταληκτήριους στίχους της «Απόκρισης», αφιερωμένης στον φίλο και ομότεχνό του Γιάννη: «Κ’ είπα/ Γι’ αυτό πως το λαμπρότερο πράγμα σ’ αυτό τον κόσμο/ Δεν είναι όπως νομίζουμε ο ήλιος, Είναι η αγάπη» (Αρχείο Νικηφόρου Βρεττάκου)

Ετσι, τα «Σικελικά ποιήματα» κυκλοφορούν, για πρώτη φορά, σε δίγλωσση έκδοση (Ελληνικά και Ιταλικά) δώδεκα ποιημάτων – με προμετωπίδα του εικαστικού Περικλή Παντελεάκη (γεν. 1927) – σε μετάφραση του Ιταλού φίλου των ελληνικών γραμμάτων Βιτσέντζο Ρότολο, στο Παλέρμο («INSTITUTO SICILIANO DI STUDI BIZANTINI E NEOLENNICI», 1987). Στην Αθήνα εκδίδονται, τον Ιούλη του 1990, από τις εκδόσεις «Αστρολάβος/Ευθύνη». Η αθηναϊκή έκδοση συμπληρώνεται με τρία ακόμη ποιήματα – συνολικά δεκαπέντε – τα οποία δεν τυπώθηκαν στην Ιταλική.

Τα φυσικά στοιχεία του ήλιου και της θάλασσας κυριαρχούν στη σικελική εμπειρία του Νικηφόρου Βρεττάκου, καθώς σ’ αυτά βρίσκει τη λύτρωση από τη βαριά σκιά της αυτοεξορίας. Παρόντα είναι στα ποιήματά του και τα μνημεία των ελληνικών αποικιών, που γίνονται πρόξενοι διαλόγου με το αρχαιοελληνικό παρελθόν, πάντα ως ένα ταξίδι από το ζωογόνο παρελθόν προς το καταθλιπτικό παρόν και πάντα με την αναμονή ενός καλύτερου μέλλοντος.

Από τα σικελικά ποιήματα ξεχωρίζει αυτό με τον τίτλο «Απόκριση», το οποίο γράφτηκε στο νοσοκομείο του Cervello, όπου νοσηλεύτηκε ο ποιητής, επί έξι μήνες, λόγω βαριάς μορφής φυματίωσης. Είναι αφιερωμένο στον κομμουνιστή ποιητή Γιάννη Ρίτσο (1909-1990) και αποτελεί απάντηση σε επιστολή του:

Έξι μήνες νοσηλεύτηκε ο ποιητής, λόγω βαριάς μορφής φυματίωσης, στο νοσοκομείο Cervello, όπου έγραψε το ποίημα – απάντηση «Απόκριση» στον Γιάννη Ρίτσο, που του είχε στείλει επιστολή για γρήγορη ανάρρωση (Αρχείο Νικηφόρου Βρεττάκου)

ΑΠΟΚΡΙΣΗ

Στον Γιάννη Ρίτσο

Ημουνα σε κρεβάτι ξένο αλλά αδελφικό

Σ’ ένα νοσοκομείο της Σικελίας, απ’ όπου

κοιτώντας έναν ουρανό χωρίς χελιδόνι,

έμαθα για το γράμμα σου κ’ είπα πως είναι ωραίο

να αναχωρείς ακούγοντας αηδόνια να σου τραγουδάνε,

αυτά τ’ αηδόνια που γεννιούνται στην Ελλάδα,-

όταν δεν καίγεται απ’ τα δάση της κι όταν καίγεται πάλι

από τη στάχτη κι απ’ τις πέτρες της. Στην Ελλάδα που είναι

τ’ άστρα της μουσικά και ακούγονται,

που οι θάλασσές της σου γιομίζουνε τις φλέβες

ένθεο άλας, θρύψαλα φωτός και θρύψαλα ήχων

απ’ την αιωνιότητα.

Και τότε, Γιάννη,

Πρόσεξα πως οι μοσχοϊτιές, που άνθιζαν ανάμεσα

ζεφύρων του Λακωνικού, έπνεαν και σκεπάζαν

με το άρωμά τους την Ευρώπη. Κ’ είπα τότες

βλέποντας τον κοινό μας ήλιο που μ’ επισκεπτόταν

μόνος προς μόνον, αποθέτοντας

μια χρυσή δέσμη στο σεντόνι μου,

ότι το δυνατότερο πράγμα σ’ αυτόν τον κόσμο

δεν είναι όπως νομίζουμε ο θάνατος. Είναι η αγάπη.

Γιατί και ο ήλιος δεν θα υπήρχε αν έλειπε

απ’ το σύμπαν των εσχατιών η έλξη

από το κέντρο του. Γιατί αρμονία σε όλα,

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος αγναντεύει το Παλέρμο με τον νου του στην πατρίδα, από το μπαλκόνι του Σικελικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών (Αρχείο Νικηφόρου Βρεττάκου)

απ’ τα μικρά ώς τα μέγιστα, από το ταπεινό

γεράνι του νοσοκομείου, σε ολόκληρο

το φάσμα της δημιουργίας, ίσον αγάπη.

Κ’ είπα

Γι’ αυτό πως το λαμπρότερο πράγμα σ’ αυτό τον κόσμο

Δεν είναι όπως νομίζουμε ο ήλιος. Είναι η αγάπη.

πηγη ”Ρ”

Comments are closed.