Νίκος Ξυλούρης: Όταν, πριν 41 χρόνια, «έφυγε», χωρίς να φύγει στιγμή…

0
1334


8 Φεβ 2021 | 08:35 

Τα χαράματα της Παρασκευής 8 του Φλεβάρη του 1980 έφυγε από κοντά μας. Το ίδιο βράδυ οι ειδήσεις επαναλάμβαναν το τραγικό αυτό συμβάν. Και το κρύο βράδυ της Παρασκευής, έγινε ακόμη πιο κρύο από την είδηση…

«Ο Νίκος Ξυλούρης σήμερα τα ξημερώματα έχασε τη μάχη με την επάρατη νόσο…»

Πρώτο θέμα στα δυο, τότε, κανάλια ήταν το αιφνίδιο φευγιό του «Αρχάγγελου της Κρήτης», του ανθρώπου που έβαλε τη λύρα σε κάθε σπίτι, που έκανε το κρητικό τραγούδι οικείο και στον πιο δύσκολο ακροατή. Μια από τις σπουδαιότερες φωνές της σύγχρονης Ελλάδας, ένας καλλιτέχνης που το όνομά του ξέφυγε από τα στενά όρια της Κρήτης και συνδέθηκε με την έννοια του αγώνα και της επανάστασης.

Την άλλη μέρα, Σάββατο, είχαμε σχολείο. Ήταν τα χρόνια που και τα Σάββατα πηγαίναμε στο σχολείο. 

Όπως είπαν στις ειδήσεις, η κηδεία του θα γινόταν από το Α΄ Νεκροταφείο. Θα πήγαινα. Δε με ένοιαζε μια μέρα χαμένη από μάθημα, αρκεί να αποχαιρετούσα τον Ψαρονίκο….

Εκείνη η νύχτα δεν ήθελε να ξημερώσει. Προσπαθούσε μέσα στη βουβαμάρα της να χωνέψει το κακό που τη βρήκε. Κι έβρεχε με ένα ψιλόβροχο που έμοιαζε με κλάμα…

Όσοι τον γνώριζαν από κοντά, δε μπορούσαν να πιστέψουν αυτό που έγινε… Κι ας έγινε…

Μα να πιάσουμε το νήμα από την αρχή

Ο Νίκος Ξυλούρης γεννήθηκε στις 7 Ιουλίου 1936 στα Ανώγεια, από οικογένεια με μουσική παράδοση και πολλούς λυράρηδες. Η γέννηση του γιου μετά τις τρεις θυγατέρες έφερε φως και αρσενική περηφάνεια στη φτωχή οικογένεια του Γιώργη Ξυλούρη (του πατέρα του Ψαρονίκου) και της Ελευθερίας Ξυλούρη. Μέρες ολόκληρες ήτανε στημένες οι τάβλες στ’ Ανώγεια, όλο το χωριό γλεντούσε μερόνυχτα κι οι μπαλωθιές στον αέρα δεν είχανε τελειωμό… Έτσι γλεντά και χαίρεται η Κρήτη τα μεγάλα γεγονότα.

Από τα πέντε αδέλφια του, οι δυο είναι ο Αντώνης Ξυλούρης ή Ψαραντώνης και ο Γιάννης Ξυλούρης ή Ψαρογιάννης.

Στα πέντε του χρόνια, γνωρίζει τη βαρβαρότητα και τη θηριωδία, όταν οι Γερμανοί έκαψαν το χωριό του. Ξεριζώθηκε από τον τόπο του μαζί με τους υπόλοιπους κατοίκους, οι οποίοι μεταφέρθηκαν σε χωριό της επαρχίας Μυλοποτάμου, όπου παρέμειναν μέχρι και την απελευθέρωση της Κρήτης.

Σαν μαθητής, άντεξε μόνο μέχρι την τρίτη δημοτικού. Τα γράμματα δεν του άρεσαν και προτιμούσε να βόσκει τ’ αρνιά και τις αίγες και να καμώνεται τον λυράρη.

Μια μέρα βλέπει έναν συγγενή του να παίζει λύρα κι από τότε του καρφώνεται η ιδέα να μάθει αυτό το όργανο. Οι αντιρρήσεις του πατέρα του κάμπτονται από τον δάσκαλό του, Μενέλαο Δραμουντάνη, που αναγνώρισε από νωρίς το ταλέντο του. Έτσι, σε ηλικία μόλις 10 ετών, αποκτά την πρώτη του λύρα, σταματά το σχολείο στην Γ’ Δημοτικού και μετά από ενάμιση χρόνο μαθητείας δίπλα στον λυράρη Λεωνίδα Κλάδο, ξεκινά να βγάλει το ψωμί του παίζοντας σε γάμους, βαφτίσια και γιορτές, σ’ όλη την Κρήτη.

Τα όνειρα του Νίκου παίρνουν σάρκα και οστά. Το τραγούδι γίνεται από εκείνη τη στιγμή ο σκοπός της ζωής του. Κανείς πια δεν μπορεί να τον εμποδίσει. Αλλά ούτε και ο ίδιος θα μπορούσε να φανταστεί πως με το τραγούδι του θα έφερνε μια μέρα μηνύματα αγάπης και λευτεριάς και θα ξεσήκωνε ολόκληρη την Ελλάδα.

Στα 17 με όπλα τη λύρα και τη φωνή του, ζητά την ευχή της μάνας του, χαιρετά τα αγρίμια και τον Ψηλορείτη και κατεβαίνει στο Ηράκλειο. Εκεί πιάνει δουλειά στο κέντρο “Κάστρο” και με τα λεφτά που παίρνει πληρώνει ίσα-ίσα την κάμαρα που είχε νοικιάσει. Ο Ξυλούρης την περίοδο αυτή είχε να αντιμετωπίσει τη μουσική εκείνης της εποχής (ευρωπαϊκά βαλς, ταγκό κ.λ.π), καθώς επίσης και τους μεγάλους λυράρηδες που δεν τον έβλεπαν με καλό μάτι. Τα οικονομικά του δεν πήγαιναν καλά, οι καλοί φίλοι όμως που είχε αποκτήσει στο Ηράκλειο τον βοηθούν οργανώνοντας γλέντια.

Όπως λέει αργότερα σε αφηγήσεις του, εκεί τα πράγματα αρχικά είναι πολύ δύσκολα:

“…Εις τα ορεινά χωριά της Κρήτης δεν ημπορούσε να εισχωρήσει αυτό που εισχώρησε στις πόλεις… Εκεί χόρευαν ταγκά, βάλσα, ρούμπες, σάμπες και είμαστε υποχρεωμένοι να τα μάθουμε αυτά τα τραγούδια, να τα παίζουμε στα πανηγύρια και στους γάμους, για να μπορούμε να ζήσουμε και μεις, να βγάλουμε τα έξοδά μας και να τους κάνουμε σιγά-σιγά ν’ αλλάξουνε και ν’ αγαπήσουνε την Κρητική μουσική…”

Και κάπου εκεί, έρχεται και ο έρωτας, με τη μορφή της Ουρανίας.

Ο έρωτας και η ταξική διαφορά

Σε μια αποκριάτικη γιορτή ο Νίκος Ξυλούρης βλέπει την Ουρανία Μελαμπιανάκη, γόνο αριστοκρατικής οικογενείας και την ερωτεύεται. Για ένα χρόνο της κάνει καντάδα κάθε βράδυ κάτω από το παράθυρό της, χωρίς στην πραγματικότητα να έχουν μιλήσει ποτέ.

Το μόνο που μπορούσε να κάνει η Ουρανία για να δείξει την ανταπόκριση της στα επίμονα βλέμματα του Νίκου ήταν να χορεύει ασταμάτητα υπό τους ήχους της λύρας του. Αν και η νεαρή κοπέλα γοητεύτηκε από τον Ξυλούρη, ανάμεσα τους υπήρχε ένα μεγάλο εμπόδιο. Το επάγγελμα του λυράρη τότε ήταν υποτιμημένο και τα κέρδη ελάχιστα. Ο Ξυλούρης ήταν φτωχός και η κοπέλα από ευκατάστατη οικογένεια. Το χάσμα φαινόταν αγεφύρωτο, αλλά ο Ξυλούρης δεν το έβαλε κάτω. Επί δύο χρόνια πολιορκούσε την Ουρανία με το μοναδικό μέσο που είχε. Την καντάδα.

Αν και ο νεαρός εκφραζόταν καλύτερα με μαντινάδες, όταν συνάντησε τυχαία στο δρόμο την κοπέλα, της εξομολογήθηκε τον έρωτά του. Η ανταπόκριση της κοπέλας ήταν άμεση, αλλά το πρόβλημα που τους χώριζε, παρέμενε άλυτο. Τότε ο νεαρός λυράρης αποφάσισε να ακολουθήσει μια συνήθη για την εποχή τακτική. Να την «κλέψει». Η Ουρανία άφησε ένα γράμμα στους δικούς της για να μην ανησυχούν και στις 21 Μάιου του 1958 έφυγε με τον αγαπημένο της. Η Ουρανία θυμάται μέχρι σήμερα την ημερομηνία εκείνη, καθώς την επόμενη μέρα το «παράνομο» ζευγάρι παντρεύτηκε στην ιδιαίτερη πατρίδα του Ξυλούρη, στα Ανώγεια.

Ο γάμος έγινε με δυσκολία, καθώς ακόμα και ο παπάς σεβόμενος τα αυστηρά ήθη της εποχής, δεν ήθελε στην αρχή να ευλογήσει τον «παράνομο» γάμο. Οι δύο νέοι με την πράξη τους δεν είχαν προσβάλει μόνο την οικογένεια της Ουρανίας, αλλά και ολόκληρη την τοπική κοινωνία του Βενεράτου.

Ο έρωτας όμως του ζευγαριού ήταν τόσο δυνατός, ώστε μετά από λίγο καιρό πείστηκαν ακόμα και οι πιο δύσπιστοι. Ο πατέρας της Ουρανίας υπέγραψε τα χαρτιά του γάμου, δίνοντας επίσημα τη συγκατάθεσή του. Παρότι υπέγραψε, συνέχισε να μη μιλάει στην κόρη του και χρειάστηκαν αρκετά χρόνια για να αποκατασταθεί η σχέση τους…

Μαζί θα αποκτήσουν δύο παιδιά, τον Γιώργη που γεννήθηκε το 1960 και τη Ρηνιώ, το 1966.

Έξι μήνες μετά, στις 21 Νοεμβρίου, ο Νίκος Ξυλούρης μπαίνει στο στούντιο για να πραγματοποιήσει τις δυο πρώτες ηχογραφήσεις του στη δισκογραφία. Στην «μυθιστορηματική βιογραφία» του Νίκου Ξυλούρη «Με τη χορδή της λύρας», ο Χρήστος Χαραλάμπους, περιγράφει ανάγλυφα εκείνες τις στιγμές:

Το μεράκι του Νίκου, η αγάπη του και οι έγνοιες του για τη μουσική και τα τραγούδια των πατέρων και των παππούδων του ήρθε η ώρα που έπρεπε να πάρουνε μια πρώτη, πιο επίσημη αναγνώριση. Ύστερα από πολλές ταλαιπωρίες κι αγωνίες, με τη βοήθεια κάποιων ανθρώπων που ‘χανε πέραση στους κατάλληλους κύκλους, ο Ξυλούρης άρχισε να βλέπει τους κόπους του να παίρνουνε την αμοιβή που τους άξιζε.

Είχε γυρίσει ένα βράδυ στο σπίτι, βρήκε την Ουρανία να κάθεται και να διαβάζει ένα βιβλίο που το ’χε συχνά για συντροφιά. Η βροχή έπεφτε χοντρή απόξω, οι σταγόνες κτυπούσανε με μανία στο πεζούλι, ύστερα στο παράθυρο, δύσκολα μπορούσες να ξεχωρίσεις περπάτημα διαβάτη στο δρόμο. Σαν είδε την πόρτα ν’ ανοίγει και να μπαίνει ο άντρας της, άφηκε το βιβλίο, έβαλε ένα χαρτί για σημάδι, σηκώθηκε να τον καλωσορίσει. Απόψε ξεχώριζε κάτι αλλιώτικο στη ματιά του, σαν κάτι ευχάριστο να ‘χε ακούσει που του φερε διάθεση, μα ωστόσο δεν είπε τίποτε. Απ’ τη μεριά του ο Νίκος χαμογελούσε, μα πάλι οι κουβέντες του ήταν ίδιες σαν κάθε φορά. Δεν άντεχε η Ουρανία σε τούτη την αλλαγή, αναρωτιούνταν για την τόση χαρά που διάβαζε στο πρόσωπο του άντρα της, μα που ο ίδιος δεν έλεγε να τη φανερώσει. Την άφηκε λίγη ώρα ο Νίκος να βασανίζει το νου της, να βρει το ευχάριστο, εκείνη δε το ‘βρισκε, στο τέλος αποφάσισε να μιλήσει.

Τη «Μαυροφόρα» τηνε γνωρίζεις, την έκαμε σα να τη ρωτούσε. Ε, το λοιπόν σου λέω, για να χαρείς και συ, πως τούτο το τραγούδι θα το βγάλουμε γρήγορα σε δίσκο. Θυμάσαι την κουβέντα που λέγαμε…. Το λοιπόν θαρρώ πως τα καταφέραμε! Μου το ‘κανε δηλαδή σίγουρο ο φίλος μας πως θα βοηθήσει να βγάλουμε το δίσκο.

Το μουστάκι του Νίκου ανασηκώθηκε χαρούμενο καθώς αφηγούνταν το πώς και το πότε για το τραγούδι του, το πρόσωπο της Ουρανίας ολάκερο ένας ήλιος, μαρτυρούσε και τη δική της χαρά για το προχώρημα τούτο του άντρα της. Έγειρε την κεφαλή του ο Νίκος, έμεινε να την κοιτάζει ευχαριστημένος κι ένιωθε τη χαρά του διπλή. Μια για το τραγούδι του που θα έβγαινε σε δίσκο, αλλά περισσότερο γιατί έβλεπε τη γυναίκα του γελαστή και χαρούμενη. Ευτυχισμένοι κι οι δυο τους γι’ αυτή την εξέλιξη, αποφασίσανε, έστω και μέσα στο κρύο, μια που η βροχή είχε πάψει, να βγούνε να περπατήσουνε κάτω στο μόλο, να πάρουνε τον αέρα τους…”

Ο Νιόβρης ήταν στα μέσα του κι ο Νίκος με την Ουρανία κατεβήκανε στην Αθήνα για να γίνει πραγματικότητα εκείνο που καιρό πάσκιζε να πετύχει ο Ξυλούρης. Βγήκε σε δίσκο η «Μαυροφόρα» και καθώς δεν υπήρχαν χρήματα για να πληρωθεί τραγουδίστρια, έκανε το σεγόντο η Ουρανία. Άλλωστε πόσες φορές δεν είχαν τραγουδήσει οι δυο τους αυτό και πολλά άλλα τραγούδια που σκάρωνε ο Νίκος. Στο τραγούδι δόθηκε ο τίτλος «Κρητικοπούλα μου» και στην πίσω πλευρά του δίσκου γράφτηκε το τραγούδι «Δεν κλαίνε οι δυνατές καρδιές». Κι εδώ του ‘κανε σεγόντο η Ουρανία. Δυο τραγούδια του Νίκου που για μήνες ολάκερους τα σιγοτραγουδούσε στο σπίτι με τη γυναίκα του και, τώρα που βγαίνανε σε δίσκο, η ικανοποίηση του Κρητικού ήτανε απερίγραπτη για τούτο το πρώτο πάτημα στο δρόμο που θα τον έβγαζε στην πραγματοποίηση του σκοπού που ‘χε τάξει. Όσο για την πλερωμή τη δική του; Επήρε κι αυτός μερικά φράγκα μόνο. Αυτό όμως δεν τον ένοιαζε. Ήθελε πιότερο απ’ όλα ν’ ακουστεί η μουσική και τα τραγούδια της Κρήτης, να τ’ αγαπήσει ο κόσμος, και τα χρήματα που θα έβγαζε αυτός τα ‘χε σε δεύτερη μοίρα.

Το 1966 το κράτος επιλέγει και στέλνει τον Νίκο Ξυλούρη σ’ ένα διαγωνισμό δημοτικής μουσικής στο Σαν Ρέμο της Ιταλίας. Εκεί, ανάμεσα σε δεκάδες συγκροτήματα απ’ όλο τον κόσμο, παίρνει το πρώτο βραβείο για την ερμηνεία του στο συρτάκι που έπαιξε με τη λύρα. Ο διάσημος για την Κρήτη λυράρης, με πολύ κόπο και προσπάθεια, ανοίγει τα φτερά του και γίνεται γνωστός σ’ όλη την Ελλάδα.

Το 1967 ανοίγει στο Ηράκλειο, το πρώτο Κρητικό κέντρο, o “Ερωτόκριτος”. Τα πράγματα πλέον έχουν γίνει αισθητά καλύτερα γι’αυτόν. Το Φλεβάρη του 1969 ηχογραφεί την “Ανυφαντού”, ένα τραγούδι που κυριολεκτικά “σπάει τα ταμεία” μέσα στην παραδοσιακή δισκογραφία της εποχής.

  Τον Απρίλιο του 1969 ο Νίκος Ξυλούρης κάνει την πρώτη δοκιμαστική εμφάνισή του στην Αθήνα, στο κέντρο «Κονάκι». Ο κόσμος τον αποθεώνει. Το Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου αποφασίζει να εγκατασταθεί στην πρωτεύουσα. Ένα από εκείνα τα βράδια, επισκέπτεται το μαγαζί ο σκηνοθέτης και ποιητής Ερρίκος Θαλασσινός. Γνωρίζονται και γίνονται αχώριστοι φίλοι. Αυτός μιλάει στον μουσικοσυνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλο για το Νίκο Ξυλούρη, με τον οποίο συνεργάζονται για πρώτη φορά στο «Χρονικό».

Ο δίσκος αυτός του Γιάννη Μαρκόπουλου είναι ένα μουσικό ιστόρημα που περιγράφει με μοναδικό τρόπο επιλεγμένες στιγμές της Ελληνικής ιστορίας από π.Χ. μέχρι το 1946. 

Γράφτηκε το 1969, την περίοδο της Χούντας και όπως ήταν φυσικό, λογοκρίθηκε. Στην επανέκδοσή του σε CD συμπληρώθηκαν και τα τραγούδια που είχαν αφαιρεθεί στην αρχική LP έκδοση. Θεωρείται σταθμός στην εργογραφία του συνθέτη, γιατί σηματοδοτεί την αρχή της συνεργασίας του με τον Νίκο Ξυλούρη. 

Το “Χρονικό” πραγματικά συντάραξε τον κόσμο τότε τόσο με τη μουσική του όσο και με τους ρωμαλέους και αλληγορικούς στίχους του. Έδωσε δύναμη στους φοιτητές και γενικότερα στους νέους ανθρώπους, να αγωνιστούν ενάντια στη δικτατορία. Στιχουργός ήτανε ο γνωστός κριτικός του θεάτρου Κώστας Γεωργουσόπουλος που υπέγραφε με το ψευδώνυμο Κ.Χ. Μύρης, για ευνόητους λόγους. 

Εκτός από τον αξεπέραστο Ξυλούρη, στο δίσκο τραγουδάει και η Μαρία Δημητριάδη, αλλά και ο ίδιος ο συνθέτης. Εκτός από τα κλασικά όργανα, ο συνθέτης χρησιμοποιεί Κρητική λύρα, Ηπειρώτικα κλαρίνα και Αιγαιοπελαγίτικο σαντούρι. 

Πίσω από το «Χρονικό», την αναφορά, δηλαδή, σε συγκεκριμένες στιγμές και εποχές της ελληνικής ιστορίας, σε μια δεύτερη ανάγνωση αναδύονται μηνύματα τα οποία λειτούργησαν συνθηματικά και ανατρεπτικά στο ακροατήριο της εποχής της επταετίας.

Ίσως η μεγάλη απήχηση που είχε το έργο να οφείλεται και σε αυτόν τον παράγοντα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι στίχοι από το τραγούδι “π.Χ. (ο γίγαντας)” που αναφέρονται στο μύθο του Προμηθέα αλλά μπορούν να ερμηνευτούν και διαφορετικά:

 γεμίσανε τα φυσερά λυτρωτικό αγέρα / κατέβηκεν ο γίγαντας μ’ ένα δαδί στο χέρι / έριξε φώτα στις σπηλιές…” και παρακάτω “πρωί πρωί τον πιάσανε τον γίγαντα και πάνε…”. Όμοια το τραγούδι 1940 και οι στίχοι “Πόσα χρόνια δίσεκτα μέσα σε μιαν ώρα / βάσταξες αδάκρυτη Μάνα Παναγιά / Πόσα βόλια σπείρανε, γιε μου, σε μιαν ώρα / και σε μαρμαρώσανε στην ξερολιθιά…” – “…μέρα αναστάσιμη κι ο λαός θα παίζει / τα πολλά τραγούδια του για την λευτεριά”.

 Το καλοκαίρι του 1973 παρουσιάζεται στην Αθήνα η παράσταση-σταθμός, Το Μεγάλο μας Τσίρκο, του Ιάκωβου Καμπανέλη, σε μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου, με πρωταγωνιστές τους Καρέζη, Καζάκο, Παπαγιαννόπουλο και μια πλειάδα εξαίρετων ηθοποιών. Ο Νίκος Ξυλούρης δίνει τον καλύτερο εαυτό του και τα ταμεία δεν προλαβαίνουν να κόβουν εισιτήρια. Όλο το έργο.

    Σύνταξη – Επιμέλεια: Γιάννης Αγγέλου  alt.gr

Πηγέςwww.rizospastis.gr, rethemnos.gr, www.ogdoo.gr, www.enimerotiko.gr, archive.patris.gr,http://www.musicheaven.gr, www.sansimera.gr,

Comments are closed.