Κυρίες και Κύριοι, ο Θέμης Ανδρεάδης «αποκαλύπτεται» στο Merlin’s Music Box

0
106

Ο Θέμης είναι φίλος μας, συμμμαθητής, γείτονας παιδί της Καλλιθέας τον αγαπάμε τον παρακολουθούμε τον θαυμάζουμε και δεν ξεχνάμε το πέρασμα του απο το Δημοτικό Συμβούλιο Καλλιθέας και την τεράστια συμβολή του στην ανάπτυξη του πολιτισμού στον Δήμο μας.

Θεώρησα σωστό να τον ακούσουμε οπως τα είπε στο Merlin’s Music Box.


Επιμέλεια   Γιώργος  Αντωνακάκης

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ…

Έχετε μπροστά σας έναν άνθρωπο, ο οποίος γεννήθηκε την τελευταία μέρα της πιο ταραγμένης δεκαετίας του εικοστού αιώνα 31 Δεκεμβρίου 1949, λες και με φύλαγε η μάνα μου σαν μποναμά, σαν το κερασάκι στην τούρτα. Πήγα μικρότερος στο δημοτικό, μικρότερος στο γυμνάσιο, μικρότερος στο στρατό…

Ήταν μια πονεμένη ιστορία. Και σαν τραγουδιστής, πάλι, ήμουν ο μικρότερος στη δική μου γενιά.

Τα πρώτα ακούσματα τα είχα από την κοιλιά της μάνας μου που τραγουδούσε υπέροχα. Από εκεί τα πήρα, είμαι σίγουρος όσον αφορά το ραδιόφωνο, στα προσφυγικά της Καλλιθέας που ζούσαμε τότε, έπαιζε τα ελαφρά τραγούδια, της Βέμπο και ό,τι έβαζαν τότε, αλλά και λαϊκά και ρεμπέτικα. Θυμάμαι, όταν ήμουν πιτσιρικάς κι ερχόντουσαν τα λούνα παρκ σε κάτι αλάνες, μαζευόμασταν η μαρίδα, πιτσιρικάδες τότε, εφτά, οχτώ χρονών, για να πάμε να διασκεδάσουμε με χαρτζιλίκι μια δραχμή ή ένα πενηνταράκι – ό,τι μας έδιναν οι γονείς.

Θυμάμαι ότι στην είσοδο του λούνα παρκ είχε ένα τζουκ μποξ και κάποιος είχε βάλει να παίζει ένα 45αράκι, αυτό που έλεγε «Ό,τι αγαπάω εγώ πεθαίνει και ξαναρχίζω απ’ την αρχή» και το τραγουδούσε ο Καζαντζίδης.

Κάθισα επί τόπου, καρφώθηκα, έχασα την παρέα κι έμεινα μαγεμένος ν’ ακούσω το τραγούδι. Τότε δεν είχαν αρχίσει ακόμα στο ραδιόφωνο οι διαφημιστικές εκπομπές των εταιρειών. Αυτή ήταν μια συγκλονιστική στιγμή για μένα.

Την ίδια περίπου εποχή με πήγαινε η γιαγιά μου στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου στην Καλλιθέα. Πήγαινα δίπλα στον ψάλτη και έψελνα. Και μια μέρα μου λέει, «Για έλα εδώ εσύ». Κι έτσι άρχισα να ψέλνω στην εκκλησία. Όλες οι γιαγιάδες ήταν φαν μου! Ήμουνα πολύ καλός, αλλά ένα τραγικό γεγονός με έκανε να μη θέλω να ξαναπατήσω το πόδι μου εκεί μέσα.

 ΠΑΡΕΝΘΕΣΗ: Εκείνη την εποχή, η οδός Φιλαρέτου είχε χώμα και η εκκλησία του Αγίου Νικολάου βρισκόταν, και βρίσκεται ακόμα, στη συμβολή της με την Λεωφόρο Θησέως. Τότε, ακριβώς δίπλα στην εκκλησία, βρίσκονταν οι φυλακές Καλλιθέας, μέχρι τον 1965, όταν έγιναν ξανά το σχολείο το οποίο υπάρχει σήμερα –σχολείο ήταν και πριν αλλά οι Γερμανοί το είχαν μετατρέψει σε φυλακές.

Ο πατέρας μου – η μητέρα μου ήταν στα οικιακά, τότε, βλέπετε, οι άντρες δεν ήθελαν να δουλεύει η γυναίκα τους– δούλευε εργάτης στη Χαλυβουργική του Αγγελόπουλου. Αυτός είχε καθιερώσει μονοήμερες κυριακάτικες εκδρομές με λεωφορεία στις γύρω περιοχές, όπως το Τολό Κορινθίας, όπως το λέγαμε. Εκεί με έβαζαν και τραγουδούσα στο μικρόφωνο του εισπράκτορα («Τζιτζιφιές! Θα κατέβει κανείς;»).

Τότε άρχισα να νιώθω μέσα μου ότι θα γινόμουν τραγουδιστής. Όχι μόνο δεν κώλωνα αλλά έκανα και μπιζ μόνος μου! Τραγουδούσα λαϊκά, του Τσιτσάνη, τέτοια τραγούδια.

Στο σπίτι τους είχα τρελάνει όλους. Και μια μέρα λέω στη μητέρα μου, «Ρε μάνα, θέλω να μου πάρεις μια κιθάρα». Γιατί στις εκδρομές ήταν ένας τύπος που έπαιζε λαϊκή κιθάρα, χρησιμοποιούσε και τον αντίχειρα του, και μου άρεσε πολύ αυτό το πράγμα. Έβλεπα τους ανθρώπους μονιασμένους, αγαπημένους κι έλεγα έτσι θέλω να γίνω, δε θέλω τίποτε άλλο στη ζωή μου.

Μου αγόρασε λοιπόν μια κιθάρα, δεν ήταν πολύ καλή, ήμασταν πολύ φτωχή οικογένεια. Να έδωσε 200-300 δραχμές που ήταν πολλά για την εποχή, για να μου πάρει ένα κιθαρόνι. Ήμουν ήδη δεκαπέντε χρονών. Και κάπου εδώ αρχίζει η ιστορία…

ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ…

-

Η αδελφή μου ήταν συμμαθήτρια στο νυχτερινό γυμνάσιοτης Καλλιθέας με τον Νότη Μαυρουδή. Και μου λέει, θα σε πάω σε ένα συμμαθητή μου που παίζει πολύ καλή κιθάρα.

Τότε ο Νότης ήταν στα εικοσιένα. Ήταν ήδη ένας πάραπολύ καλός κιθαριστής και από τους πρωτεργάτες του Νέου Κύματος. Μιλάμε για το 1965. Κι έγινα ο πρώτος του μαθητής, με είχε για πειραματόζωο, όπως μου λέει.

Ανοίχτηκαν οι ουρανοί για μένα! Μου άνοιξε τους δρόμουςτου μυαλού και με έφερε σε επαφή με την τέχνη. Ήταν ίσως ένας από τους σημαντικότερους σταθμούς στη ζωή μου, θα τον αγαπάω αιώνια και είναι από τους πολύ αγαπημένους μου ανθρώπους. Ακόμα διατηρούμε επαφή.

Σε έξι μήνες μελετούσα κιθάρα 15 ώρες την ημέρα. Πήγαινα Τρίτη γυμνασίου, έκανα κοπάνες και πήγαινα στο υπόγειο ενός φίλου μου που είχε κιθάρα και καθόμουν και μελετούσα εκεί. Έμεινα, βέβαια, στην ίδια τάξη. Αλλά αν το έχεις μέσα σου δεν φεύγει με τίποτα, δια παντός. Στους έξι μήνες ο Μαυρουδής με πηγαίνει στο δάσκαλό του, τον Δημήτρη Φάμπα, και είχε πάρει μαζί και τον συνομήλικό μου Βαγγέλη Μπουντούνη που είχαμε αρχίσει μαζί κιθάρα αλλά εγώ του έριχνα στα αυτιά! Έπαιζα Μπαχ σε διασκευή Σεγκόβια – στους έξι μήνες.

Κοιμόμουν κι έβλεπα στο ύπνο μου τα δάχτυλα των δυο χεριών μου να παίζουν. Είχα τρελαθεί.

Μόλις άρχισα να παίζω κλασική μουσική, έψαχνα μόνος μου να ακομπανιάρω τραγούδια. Το σημαντικότερο είναι ότι από τότε που άρχισα να παίζω καλά κιθάρα, άρχισα να γράφω τραγούδια. Άνοιγα τις Ανθολογίες των ποιημάτων που έβγαιναν σε Βίπερ κι όποιο ποίημα μου καθόταν το μελοποιούσα. Έγραφα τη μουσική. Μια μέρα, λοιπόν, με βουτάει η αδελφή μου και μου λέει, «Θα σε πάω στα ταλέντα του Οικονομίδη».

Και πράγματι, πάμε.

Στο στούντιο υπήρχε κόσμος, ήταν στην ΕΡΤ στη Ρηγίλλης, και στο βάθος αριστερά ήταν ένα πιάνο με ουρά και πίσω του καθόταν ο Μίμης Πλέσσας. Ήδη μεγάλος τότε, αν σκεφτείς ότι σήμερα κοντεύει τα εκατό. Στη μέση ο Οικονομίδης και γύρω γύρω κόσμος. Περισσότερο πλάκα γινόταν επειδή πήγαιναν πολλά «νούμερα».

Παρένθεση: Εκείνη την εποχή ήταν της μόδας οι Ιταλοίτραγουδιστές, ο Τόνι ντελ Μόνακο και διάφοροι τέτοιοι. Κι είχα πει στους φίλους μου να με φωνάζουν Τόνι ντι Καλιτέα! Όχι ντι Καλλιθέα αλλά ντι Καλιτέα!

Το Θέμης δεν μου άρεσε, κάτι δεν μου κόλλαγε. Τελικά όμως μου έφυγετο κόλλημα. Με βλέπει ο Οικονομίδης με την κιθάρα και μου λέει, «Έλα δω, νεαρέ μου». Πλησιάζω. «Πώς σε λένε;». Έτσι. «Τι θα μας πεις;» «Θα σας πω ένα δικό μου τραγούδι». Με κοιτάζει καλά-καλά. «Αλήθεια; Για πες». Από το τρακ μου δεν ανέφερα ότι ήταν μελοποίηση ενός ποιήματος του Γεράσιμου Μαρκορά που είχε τίτλο «Δυο». Ήταν το πρώτο που μελοποίησα. Και το τραγουδάω.

Ο Οικονομίδης καταλαβαίνει αμέσως ότι ξέρω να παίζω κιθάρα, ανοίγει το χώρο, και βάζουν τότε έκο για να ακουστεί ωραίο. Και ενθουσιάζονται οι πάντες! Βγαίνει ο Πλέσσας και λέει «Σπουδαίος ο νεαρός!» και τέτοια.

Ήταν Κυριακή και οι εκπομπές ήταν ζωντανές. Την επόμενη μέρα είμαι σπίτι μου, στη Φιλαρέτου, στην Καλλιθέα και φυσικά δεν είχαμε τηλέφωνο, μας φώναζε όποιος είχε. Και μάλιστα μας έλεγαν να μη μιλάμε πολύ επειδή κόστιζε. Κι έρχεται ο Νότης ο Μαυρουδής με ένα μοτοποδήλατο Σόλεξ, αυτά με τα πετάλια που τη μηχανή την είχαν μπροστά, κάτω από το τιμόνι.

Σταματάει στο σπίτι μου και με φωνάζει. Βγαίνω έξω. «Αύριο το πρωί», μου λέει, «θα πάς με την κιθάρα σου στην Πλάκα, στην τάδε οδό, που είναι μια μπουάτ και εκεί θα σε περιμένει ο Νίκος Καζής. Ο Καζής ήταν ένας ζεν πρεμιέ της εποχής του Λογοθετίδη, ένας πολύ καλός ηθοποιός του θεάτρου κυρίως, ο οποίος είχε ανοίξει μια μπουάτ ονόματι Ταβάνια.

Ήταν ένα νεοκλασικό με ζωγραφισμένα καταπληκτικά φρέσκο μέσα. Με είχε ακούσει στον Οικονομίδη και ήθελε οπωσδήποτε να πάω να τον βρω.

Πήρα ένα λεωφορείο, θυμάμαι, ήταν το 14. Ήταν η πρώτη φορά που πήγαινα στην Πλάκα, παρόλο που ο Μαυρουδής μου μιλούσε συνέχεια για τις μπουάτ, αλλά εγώ δεν ήμουν ούτε σε ηλικία, ούτε είχα χρήματα για να πηγαίνω. Μου λέει ο Καζής, «Θέλω να τραγουδάς εδώ μαζί μου». Θα σας πω ποιοι ξεκινούσαν τότε μαζί μου στον Καζή, μιλάμε για το φθινόπωρο του 1966 – είμαι δεκάξι χρονών: Γιώργος Μαρίνος (ο Μαρίνος τότε ήταν σπουδαστής στο σχολή του Εθνικού Θεάτρου), Δέσποινα Γλέζου, Σοφία Σπυράτου, η γνωστή χορογράφος που τότε τραγουδούσε, και ο άρτι αφιχθής εκ Παρισίων Γιάννης Σπανός.

Και ο Θεός με έριξε να ξεκινήσω το τραγούδι με αυτούς τους ανθρώπους. Ο Σπανός ήταν ήδη φτιαγμένος, έπαιζε πιάνο στην μπουάτ και συνόδευε κι εμένα που έπαιζα κιθάρα κι έλεγα δικά του τραγούδια.

ΜΠΟΥΑΤ ΚΑΙ ΧΟΥΝΤΑ…

Η ατμόσφαιρα ήταν εκπληκτική. Κάθε μέρα μαζευότανεκεί όλη η αφρόκρεμα της διανόησης και του καλλιτεχνικού χώρου και μάλιστα ο Παύλος Μάτεσις, ο θεατρικός συγγραφέας, είχε γράψει για μένα έναν εφηβικό στίχο, «Μια μικρή μαθητριούλα που ’ναι πια στα δεκατρία, έμεινε στις εξετάσεις, έμεινε στην Ιστορία», και τον είχα μελοποιήσει εγώ.

Το κλίμα τότε ήταν μυσταγωγικό. Πρόσεχαν με ευλάβεια τους καλλιτέχνες. Αυτό δεν το συναντούσες πουθενά αλλού. Σήμερα πολύ μπλα-μπλα ο κόσμος μεταξύ τους, δεν προσέχουν τι γίνεται στη σκηνή. Υπήρχε απόλυτος σεβασμός απέναντι στον καλλιτέχνη. Τα χειροκροτήματα ήταν μεγάλη υπόθεση. Πολλές μπουάτ εκείνη την εποχή, όπως και τα Ταβάνια, δεν είχαν μικρόφωνο. Τραγουδούσαμε χωρίς μικροφωνικές. Άρα για να ακουστείς χρειαζόταν ησυχία.

Η αείμνηστη η Αρλέτα, επειδή ήταν χαμηλόφωνη, όταν κάποιος τολμούσε ακόμα και να ψιθυρίσει, σηκωνόταν κι έφευγε, σταματούσε το τραγούδι. Ή του έβαζε χέρι.

Μετά πλάκωσε η χούντα κι έκλεισε το μαγαζί. Τον Απρίλιοτου ’67. Πέρασαν μερικοί μήνες και άρχισε ξανά η λειτουργία των μπουάτ, βεβαίως με απαγορευμένα κομμάτια – ακόμα και τον Σαββόπουλο τον είχαν υπό διωγμό. Εγώ έλεγα τραγούδια δικά μου και του Σαββόπουλου, είχα πάθει πλάκα μαζί του. Ήθελα να γίνω σαν κι αυτόν.

Να σας πω τώρα μια ιστορία που καθόρισε τη ζωή μου. Απολύομαι από φαντάρος.

Στο διάστημα που υπηρετούσα πήγαινα που και που και τραγουδούσα με την Αρλέτα και την Καίτη Χωματά. Ο ηθοποιός Βασίλης Μαυρομάτης είχε τότε την μπουάτ Αυλαία κι εκεί τραγουδούσαμε η Καίτη Χωματά, ο Μιχάλης Βιολάρης κι εγώ. Και ήταν εκεί ο καταπληκτικός μουσικός και μαέστρος Τάσος Καρακατσάνης που ρύθμιζε το πρόγραμμα. Όπως είπα, εγώ έλεγα δικά μου τραγούδια και του Σαββόπουλου. Ξαφνικά, στα τέλη του ’68, ο Μαυρομάτης φέρνει έναν τύπο με κατσαρά μαλλιά, με φοβερή φωνή και φοβερά μεγάλη μύτη!

Επειδή λέγαμε τα ίδια τραγούδια τσακωνόμασταν κάθε βράδυ ποιος θα πει τι και έτσι ο Μαυρομάτης μας είπε, τη μια μέρα εσύ, τη μια μέρα ο άλλος. Μετά από δυο μήνες φεύγω φαντάρος, μόλις έχω μπει στα δεκαεννιά. Και ο Βασίλης ο Παπακωνσταντίνου, γιατί γι’ αυτόν μιλάμε, έλεγε, «Ευτυχώς που ο Ανδρεάδης πήγε φαντάρος και μονιμοποιήθηκα εγώ στην μπουάτ!» Έτσι άρχισε να τραγουδάει.

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ…

Με τον Γιάννη Μαρκόπουλο και τον Νίκο Ξυλούρη σε πρόβα, 1971

Όταν απολύθηκα ήταν καλοκαίρι του ’71. Έκανα αρκετούς μήνες φαντάρος επειδήέφαγα πολλή φυλακή. Σενιάρομαι, λοιπόν, και ανεβαίνω στην Πλάκα να δω τους γνωστούς. Πετυχαίνω ένα φίλο που ήταν το δεξί χέρι του Μαυρομάτη στη μπουάτ Αυλαία, τον παλιό ηθοποιό Κώστα Μανιουδάκη. Μου λέει, «Θέμη, ανοίγω μια μπουάτ που θα την ονομάσω Στούντιο Λήδρα. Θα έχω το συνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλο, όλο το πρόγραμμα σε μουσική και τραγούδια δικά του.

Μέχρι στιγμής υπάρχει μόνο ένας τραγουδιστής από την Κρήτη, έχει κάνει το Χρονικό, τον δίσκο του Μαρκόπουλου, και θα εμφανιστεί για πρώτη φορά στην Αθήνα. Νίκος Ξυλούρης λέγεται».

Τον Ξυλούρη τον ήξερα από το Χρονικό αλλά δεν τον γνώριζα προσωπικά. «Θέλειςνα ρωτήσω τον Μαρκόπουλο αν θέλει να σε ακούσει;» με ρωτάει ο Μανιουδάκης.

«Και το ρωτάς; Με μεγάλη μου χαρά». Έδωσε είκοσι ραντεβού ο Μαρκόπουλος καιδεν ήρθε σε κανένα. Όλο κάτι του τύχαινε. Εγώ όμως επέμενα. Μου λέει ο Μανιουδάκης, «Θα έρχεσαι μεσημέρι που έρχεται συνήθως και θα τη στήνεις μέχρι να τον πετύχεις». Και μια μέρα πράγματι τον πετυχαίνω. «Α, εσύ είσαι, ρε;» μου λέει. Ήμουν με την κιθάρα μου. Και με ανεβάζει πάνω στο πατάρι που ήταν σαν πάλκο και με βάζει να καθίσω ακριβώς στη θέση που θα καθόμουν για τα δύο επόμενα χρόνια με την κιθάρα μου! «Τι θα μας πεις;», λέει. «Να σας πω Μίκη Θεοδωράκη;» «Όχι, κάτι άλλο…» «Να σας πω Μάνο Χατζιδάκι;» «Όχι, προχώρα, παρακάτω…» «Σαββόπουλο;» «Όχι, κάτι άλλο…» «Γράφω τραγούδια», του λέω τότε. Κοντοστέκεται και με κοιτάζει. «Για πες μου ένα». Εγώ είχα το θράσος κι είχα βάλει μουσική σε ένα ποίημα του Κωνσταντίνου Καβάφη, στο «Μανουήλ Κομνηνός». «Για παίξε το», λέει ο Μαρκόπουλος.

Είχα βάλει μέσα στο τραγούδι μετατροπίες, ό,τι μπορείς να φανταστείς, ούτε ρίμα υπήρχε ούτε τίποτα. Μένει άγαλμα ο Μαρκόπουλος – το θυμάμαι σαν τώρα. Και με βάζει και το λέω δέκα φορές! «Προσλαμβάνεσαι», μου λέει ξερά.

Στη δισκογραφία του Μαρκόπουλου έχω πει μόνο τέσσερα τραγούδια, εκ διαμέτρου αντίθετα μεταξύ τους τα δυο με τα άλλα δυο. Στη Λήδρα είχα τη μεγάλη τύχη και χαρά να γνωρίσω από ποιητές τον Μιχάλη Κατσαρό, τον Γιώργο Χρονά –είχα την τύχη να πω και τραγούδια του– τον Μήτσο Κασόλα, τον Κ. Χ. Μύρη (Κώστα Γεωργουσόπουλο), Μποστ. Για μένα ήταν τα δυο καλύτερα χρόνια που είχα περάσει.

Τις σεζόν ’71-’72 και ’72-’73. Έλεγα τραγούδια που είχε απορρίψει η λογοκρισίααπό το Χρονικό. Ήταν το κρυφό σχολειό μέσα στη χούντα. Από εκεί πέρασαν οι πάντες. Η χούντα έκλεινε το μαγαζί αλλά ο Μανιουδάκης έβρισκε τρόπο κι έπαιρνε πίσω την άδεια. Εκεί είπα σημαντικά τραγούδια. Ήμουν ο εξ απορρήτων του Μαρκόπουλου. Πήγαινα σπίτι του κι έγραφα τις παρτιτούρες, κι εκείνος δοκίμαζε πάνω μου τραγούδια.

Για το ένα από τα τέσσερα τραγούδια του που ηχογράφησα, ο Μαρκόπουλος με έβαλε σε ένα στούντιο κάπου σε μια στοά στην αρχή της Σταδίου, στο υπόγειο. Στερεοφωνικό ήταν, κάτι σπάνιο. Ήθελε να γράψει μόνο κιθάρα κι ένα κλαρίνο. Και με βάζει να πω ένα βαρύ τραγούδι σε στίχους του θεατρικού συγγραφέα Γιώργου Σκούρτη. «Που πάτε λοιπόν, παιδιά της νύχτας και της λησμονιάς, το φρούριο έπεσε». Ένα τραγούδι ήττας μέσα στη δικτατορία που θέλαμε κάτι πιο ανεβαστικό.

Παρόλα αυτά το πήρανε σαν επαναστατικό. Θυμάμαι ότι με είχε και περίμενα δέκα ώρες και κάποια στιγμή με βάζει μέσα, «Πάρε την κιθάρα», μου λέει, φωνάζει κι έναν πνευστό, Βασιλάρης λεγόταν, κι όλα γράφονται ζωντανά. Λέω το τραγούδι κάνοντας παύση σε ένα σημείο όπως έπρεπε. Και βγαίνει ο δίσκος και βάζω να τον ακούσω και πάνω στην παύση ακούω βήματα από τον πάνω όροφο! Αν βάλεις ακουστικά σ’ αυτό το κομμάτι που είναι στο δίσκο Διάλειμμα του Μαρκόπουλου, θα ακούσεις τα βήματα!

ΠΑΡΕΝΘΕΣΗ: Φυσικά, όλοι καταλαβαίνουμε πως εκείνες τις εποχές, η τεχνολογία των στούντιο δεν ήταν σαν την σημερινή. Και αυτές οι δυσκολίες κάνουν ακόμα σπουδαιότερες τις ηχογραφήσεις εκείνων των χρόνων.

Εκείνη την εποχή όταν ηχογραφούσαμε ζωντανά, ένα λάθος να έκανε κάποιος το πηγαίναμε πάλι από την αρχή. Φαντάσου να είχες και ορχήστρα. Αυτό το κομμάτι που σας λέω ήταν στερεοφωνικό. Το στούντιο ήταν περισσότερο για σπικάζ.

Αργότερα έγιναν τα τετρακάναλα. Όταν πρωτομπήκα μετά από λίγο στο στούντιο της Columbia, έπαθα πλάκα. Με ηχολήπτη τον Κωνσταντόπουλο, τον αδελφό της Νάντιας Κωνσταντοπούλου, και μετά τον Γιαννακόπουλο και άλλους, όπως ο Φιλιππίδης. Και βεβαίως, έχω γράψει και με τον Σμυρναίο.

Αυτός ήταν ο πιο μυστήριος, δεν σε άφηνε ούτε να αναπνέεις αλλά ήταν ο καλύτερος όλων. Στην Columbia με πήγε ο Μαρκόπουλος. Ούτε ποσοστά, ούτε χρήματα. Τίποτα! Και με βάζει και τραγουδάω άλλο ένα τραγούδι στο οποίο αν και έλεγα μόνο μια φράση έχει αποδοθεί σε μένα. Το είπα μαζί με τη Μέμη Σπυράτου και τη Δάφνη Ζούμη.  «Του Άντρα του Πολλά Βαρύ» . Εγώ, βέβαια, ήμουν 67 κιλά, μόνο πολλά βαρύς δεν ήμουν. Ήμουν και ψηλός, να με πάρει ο αέρας!

Κι έλεγα μόνο τη φράση «Του άντρα του πολλά βαρύ μην του μιλάτε το πρωί, μην του μιλάτε το πρωί του άντρα του πολλά βαρύ»! Μόνο αυτό! Και μολονότι τα κορίτσια έλεγαν τον άμμο της θάλασσας, το τραγούδι αποδόθηκε σε μένα! Σε δεύτερη εκτέλεση ο Μαρκόπουλος έδωσε το κομμάτι στον Γιάννη Ντουνιά που το έκανε πιο λαϊκό.

Ο Μαρκόπουλος γράφει μετά το μεγαλειώδες έργο Ιθαγένεια με τον Νίκο Ξυλούρη και τη Σπυράτου. Τα τραγούδια αυτά εγώ τα είχα ήδη ακούσει σε πρώτη εκτέλεση στη Λήδρα. Η Ιθαγένεια γραφόταν ζωντανά με τεράστιους μουσικούς όπως ο Τάσος Διακογιώργης στο σαντούρι. Τότε ήταν τα προεόρτια του συνθήματος του Μαρκόπουλου για «Επιστροφή στις ρίζες». Χωρίς ηλεκτρικά όργανα, μόνο με παραδοσιακά. Ήταν εξαιρετικοί δίσκοι.

Στο διάλειμμα της ηχογράφησης, λοιπόν, βάζει στο στούντιο εμένα και τη Λιλή Χριστοδούλου, μια πολύ καλή μουσικό που ήμασταν μαζί στη Λήδρα. Έπαιζε κλαρίνο κι έκανε δεύτερες φωνές με τον Ξυλούρη ή με μένα σε πολύ ωραία ντουετάκια που έγραφε ο Μαρκόπουλος.

Ο Μαρκόπουλος μας λέει να μπούμε μέσα βιαστικά, εγώ με την κιθάρα, αυτή με το κλαρίνο. «Γρήγορα, δεν έχουμε πολύ ώρα». Οι δυο μας με τα όργανα και στη μέση μόνο ένα μικρόφωνο Νόιμαν, από τα πρώτα. Και λέμε το «Όχι, δεν Πρέπει να Συναντηθούμε». Το τραγουδάμε μόνο μια φορά και αυτή η εκτέλεση είναι που σήμερα υπάρχει στο δίσκο.

Ο Δήμος Μούτσης, ο καλός μου φίλος και από τους πολύ αγαπημένους μου συνθέτες, μου είχε πει ότι με αγάπησε από αυτό τα τραγούδι. «Αυτό το τραγούδι το ζηλεύω, θα ήθελα να το έχω γράψει εγώ».

Μια άλλη μέρα με φωνάζει ο Μαρκόπουλος να πάω στην Columbia, πάλι σε ένα διάλειμμα. Είχε ήδη ηχογραφήσει τα όργανα κι εγώ θα έβαζα μόνο τη φωνή. Και λέω το «Θα Πάω στη Ζούγκλα με τον Ταρζάν». Μια ενορχήστρωση καταπληκτική. Μπουζούκι παίζει ο Κώστας Παπαδόπουλος και ο Διακογιώργης σαντούρι. Για τέτοιους μουσικούς μιλάμε. Ένα 45ράκι ήταν και το εξώφυλλο το είχε φιλοτεχνήσει ο ίδιος ο Μαρκόπουλος. Και μου ανοίγονται οι ορίζοντες.

Και παρόλο που το έδωσε κι αυτό στον Ντουνιά σε δεύτερη εκτέλεση, το τραγούδι έχει καταγραφεί σε μένα.

Κι έρχεται η εποχή που τελειώνει η συνεργασία μου με τον Μαρκόπουλο κι έχω αφήσει την κιθάρα απ’ τα χέρια μου. Κι αρχίζω και τραγουδάω όρθιος. Και δεν ξέρω τι να κάνω τα χέρια και τα πόδια μου. Μέχρι εκείνη την εποχή η κλασική στάση του τραγουδιστή στη σκηνή ήταν το μικρόφωνο στο ένα χέρι, ακίνητος, και στο δεξί χέρι το καλώδιο του μικροφώνου. Τίποτε άλλο. Εγώ όμως πήδαγα στον αέρα, δεν στεκόμουν ακίνητος. Αυτό μπορείς να το χαρακτηρίσεις ροκ εντ ρολ!

ΣΑΤΙΡΑ ΚΑΙ ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ…

Στην πρώτη μου συνεργασία με φωνάζουν ο Μανώλης Μητσιάς με τη Δήμητρα Γαλάνη σε μια μάντρα, την μπουάτ Αρχόντισσα. Και πάω. Κι είναι ο Κώστας ο Παπαδόπουλος, ο διευθυντής ορχήστρας. «Τι θα πεις, ρε;» μου λέει. Εγώ είχα μόνο τρία ηχογραφημένα τραγούδια στις αποσκευές μου, το «Όχι Δεν Πρέπει να Συναντηθούμε» που δεν μπορούσα να το πω επειδή ήταν καθιστικό τραγούδι και θα χρειαζόταν και δεύτερη φωνή, τον «Ταρζάν» και το «Του Άντρα του Πολλά Βαρύ».

Είναι καλοκαίρι του ’73. Κι εκεί που τραγουδάω αυτά τα τραγούδια, έρχεται ένα βράδυ ένας τύπος και μου λέει, «Λέγομαι Γιάννης Λογοθέτης, είμαι γελοιογράφος και γράφω στίχους. Μου αρέσεις πολύ και θέλω να συνεργαστούμε». «Με χαρά μου», του λέω. Μέχρι τότε δεν είχαμε γνωριστεί προσωπικά.

Έγραφε τραγούδια με τον Κηλαηδόνη, τον Μούτση, τον Χατζηνάσιο – επιτυχίες. Τότε οι στιχουργοί δεν αναφέρονταν στους δίσκους ούτε στο όνειρό τους. Έτσι αρχίζουμε με τον Γιάννη μια ιστορία… τηλεφωνική. Με έπαιρνε τηλέφωνο, μου έλεγε στίχους, εγώ τους σημείωνα πρόχειρα, έκλεινα το τηλέφωνο, έπαιρνα την κιθάρα, κι αμέσως έβγαινε τραγούδι.

«Τι σου είναι ο άνθρωπος, μια γελοιογραφία». Με τη μια, χωρίς καθόλου ψάξιμο. Και μετά τηλεφωνούσα στον Γιάννη και το έπαιζα για να το ακούσει. «Ρε συ, ωραίο!» έλεγε. Και γράφουμε γύρω στα δεκαπέντε τραγούδια τηλεφωνικά ή σε συναντήσεις. Ο Μαρκόπουλος με είχε βάλει κι είχα υπογράψει ένα συμβόλαιο που έλεγε μόνο ότι θα παίρνω χίλιες δραχμές το κομμάτι. Και πεντακόσιες δραχμές αν έκανα δεύτερη φωνή, αν θυμάμαι καλά.

Μετά τον «Ταρζάν» δεν είχα κάνει τίποτα δισκογραφικά μέχρι που με βρήκε ο Λογοθέτης. Μου λέει, «Θα πάμε τα τραγούδια στον Μακράκη». Τα πάμε στον παραγωγό τον Γιώργο Μακράκη. Και εκείνος τρελαίνεται και λέει, «Πάμε γρήγορα στούντιο!» Ο Κηλαηδόνης είχε κάνει τα Μικροαστικά πριν 3-4 μήνες και εκεί όλη την ενορχήστρωση είχε κάνει ο Γιάννης Κιουρτσόγλου, ο Κιού από τους Πελόμα Μποκιού.

Δεν τον γνώριζα, αλλά μόλις γνωριστήκαμε αγαπηθήκαμε σφόδρα παρόλο που τελικά τα παράτησε όλα – είχε κάνει πάρα πολλά πράγματα κι είναι από τους πιο αγαπημένους μου ανθρώπους που γνώρισα σ’ αυτόν τον κωλοχώρο. Από τους πιο αληθινούς φίλους και συνεργάτες.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, ο Κιουρτσόγλου αναλαμβάνει την ενορχήστρωση του δίσκου μου. Και η ενορχήστρωση είναι εξαιρετική, καμία σχέση με ό,τι έπαιζε μέχρι τότε. Και βγαίνει ο δίσκος Γελοιογραφίες, ο πρώτος μου προσωπικός. Εγώ βέβαια είχα απαιτήσει να γραφτεί στο εξώφυλλο και το όνομα του Λογοθέτη όπως και έγινε. Και στο οπισθόφυλλο είχαμε μια φωτογραφία μαζί, πράγμα που δεν είχε ξαναγίνει σε στιχουργό. Το τονίζω αυτό.

Ο δίσκος κυκλοφορεί τον Δεκέμβρη του ’73, ένα μήνα μετά το Πολυτεχνείο. 16 Νοεμβρίου ο Γιώργος Λιάνης γράφει στο πρωτοσέλιδο των Νέων, «Μπήκαν στο Πολυτεχνείο, ο τάδε, ο τάδε και ο Θέμης Ανδρεάδης». Βγαίνει ο δίσκος κι έρχονται τα μαντάτα:  κόβονται τα τραγούδια κι εγώ είμαι απαγορευμένος. Έπρεπε να πάω να βρω τον Μάλλιο, τον βασανιστή, στη Γενική Ασφάλεια, και να υπογράψω ότι δεν ήμουν κομμουνιστής! Το έκανα… Και πάλι όμως δεν με επέτρεπαν.

Έπρεπε να διαλέξω, ειδάλλως θα πήγαινα φυλακή. Όμως τον «Ταρζάν» τον έπαιζαν συνέχεια! Που έχει και μια αναφορά σε «ξύλο» στους στίχους. Δεν ξέρω αν είχε πολιτικό νόημα τότε. Μια τον άφηναν, μια τον απαγόρευαν. Κι εγώ είχα βγει πολλές φορές στην τηλεόραση με το τραγούδι.

Τα τραγούδια του δίσκου τα λέω στην μπουάτ Ζούμ όπου είμαι με τον Μητσιά. Ορχήστρα: Μπουζούκι, Λάκης Καρνέζης, ηλεκτρική κιθάρα, Αντώνης Βαρδής, με τον οποίο έκανα πολύ παρέα και μου έλεγε, «Ρε συ, πάμε ν’ ακούσουμε Σίμο Καραβαγγέλη;» εννοώντας τους Simon and Garfunkel! Καταπληκτικό παιδί με φοβερό χιούμορ. Ντραμς: Τάκης Μαρινάκης – αργότερα πήγε στη συμφωνική. Εκεί έλεγα τα τραγούδια που ήταν από τον απαγορευμένο δίσκο και είχα μεγάλη επιτυχία.

Και γίνεται η επιστράτευση το καλοκαίρι του ’74 και έρχεται η μεταπολίτευση και λίγο πριν η Κύπρος. Με επιστράτευσαν, 23-24 χρονών ήμουν. Ο Γιώργος Δάμπασης ο τηλεσκηνοθέτης της ΕΡΤ, είχε κάνει ένα αφιέρωμα σε μένα και στις Γελοιογραφίες. Δεν μπορούσε όμως να το παίξει λόγω χούντας. Όλο το δίσκο είχε κάνει με πρωτοποριακή σκηνοθεσία. Και το βγάζει ακριβώς πριν τι διάγγελμα του Καραμανλή προς τον ελληνικό λαό! Και στα δυο κανάλια. Εννέα η ώρα ήταν το διάγγελμα και 8 και είκοσι βάζουν την εκπομπή και… πρώτο νούμερο στις πωλήσεις της Columbia για ένα χρόνο οι Γελοιογραφίες.

Πήρα δεκατρία χιλιάρικα για δεκατρία τραγούδια. Και κάτι άλλα από την ΑΕΠΙ, άλλη μια θλιβερή ιστορία. Ήταν σε ένα παλιό βρώμικο κτίριο και πήγαινα κι έβλεπα μέσα τη Ρόζα Εσκενάζυ, τον Κηρομύτη, τον Μπαγιαντέρα, να ζητιανεύουν για να πάρουν ένα φράγκο.

Η ληστρική ΑΕΠΙ!

Οι κερατάδες! Όταν αργότερα πήγα να κάνω ένα δίσκο σε δική μου παραγωγή, τα χρήματα που μου ζητούσε η ΑΕΠΙ ήταν το ένα τρίτο από αυτά που θα μου επέστρεφε! Δεν έχω πάρει σχεδόν τίποτα, έχω χάσει πάρα πολλά χρήματα.

Ένα άλλο σχετικό παράδειγμα. Την εποχή που είχα πολύ μεγάλη επιτυχία και ο κόσμος έκανε σαν τρελός για μένα, πάω να τραγουδήσω στην Αμερική. Και βρίσκω δίσκους δικούς μου με άλλη ετικέτα, Peters International, χωρίς εγώ να έχω ιδέα.

Αν πουλούσα εκατό χιλιάδες δίσκους στην Ελλάδα, στην Αμερική θα πουλούσα τριακόσιες χιλιάδες – κάθε Έλληνας κι ένας δίσκος. Δεν πήρα ούτε σεντ! Σε άλλη ετικέτα τα ίδια τραγούδια, ίδιες φωτογραφίες, οι τίτλοι αγγλοποιημένοι, άλλα εξώφυλλα, άλλη ετικέτα. Η δισκογραφία πέθανε και καλά έκανε, γιατί γύρισε μπούμερανγκ εναντίον τους – μιλάω για την ελληνική δισκογραφία, έχασαν τον έλεγχο. Το ίντερνετ την τελείωσε.

Κάθισα κι έφτιαξα μόνος μου κανάλι στο YouTube κι έχω ανεβάσει ό,τι δικό μου υπάρχει, 560 βίντεο.

Μετά από ένα χρόνο έρχεται ο δεύτερος δίσκος μου με στίχους πάλι του Γιάννη Λογοθέτη. Τη μουσική έχει γράψει ο Γιάννης Κιουρτσόγλου και τραγουδάω εγώ. Τεράστια επιτυχία κι αυτός!  «Καλέ Κυρά Μαρία» , «Τσάρλι Τσάρλι τσάρλεστον με φανελάκι Άριστον» και τέτοια. Με κάτι ορχήστρες πρωτοπορία. Πάντα πρωτοπόρος, ο Κιουρτσόγλου είχε βρει ένα σύνθι, το λεγόμενο Moog, ένα τεράστιο πράγμα. Και μας άρεσε τόσο πολύ που το βάλαμε σε ένα καταπληκτικό τραγούδι, «Ο Ρήγας» λέγεται. Έχει μια εισαγωγή τεράστια με το moog. Και ξαφνικά μπαίνει μια 12χορδη κιθάρα κι αρχίζει το τραγούδι. Να ξέρετε πάντως ότι η εταιρεία έχει ανεβάσει μόνο ένα δίσκο μου στο spotify και στις άλλες πλατφόρμες, τον Πρωταθλητή.

Νομίζω ότι προσπάθησε να με θάψει επειδή ήμασταν στην κόντρα.

Ό,τι άλλο δικό μου υπάρχει στο ίντερνετ το έχω ανεβάσει εγώ στο κανάλι μου στο youtube. Τους είχα τηλεφωνήσει και τους είπα να περάσουν και τις άλλες δουλειές μου και με έγραψαν κανονικά. Μια πονεμένη ιστορία.

Έχω κάνει συνολικά γύρω στους 23 δίσκους, προσωπικούς και συμμετοχές. Έντεκα είναι οι προσωπικοί, οκτώ σε εταιρείες και οι άλλοι τρεις δικές μου ανεξάρτητες παραγωγές. Κι έχω συμμετοχές με Χατζηνάσιο, Πλέσσα, Χριστόδουλο Χάλαρη και άλλους. Δυστυχώς όμως πήγαν να με εξαφανίσουν. Δεν τα κατάφεραν.

Υπάρχει ένα υπόγειο ρεύμα που καταγράφει στις συνειδήσεις. Όταν το 1992 αποφάσισα να σηκωθώ να φύγω από αυτή τη φάση επειδή δεν άντεχα άλλο, υπήρχαν πολλοί λόγοι. Από το ’82 και μετά ήμουν εκτός εταιρειών. Μια φορά συναντήθηκα με τον Τάσο τον Φαληρέα και το πρώτο που μου λέει είναι, «Θέμη, έκανα ό,τι μπορούσα. Είσαι σε black list».

To ’86 έχω βγάλει το δίσκο μου Σαν Ξαφνικό Ταξίδι, μια τρομερά καλλιτεχνική επιτυχία, αλλά εμπορικά… άστε το καλύτερα. Και πάω σε άλλη εταιρεία. Διευθυντής παραγωγής εκεί ήταν ένας πολύ φίλος μου. Και γουστάρει τρομερά, θέλει να κάνουμε δίσκο. Θα συνεργαζόμουν και με τον μακαρίτη τον Ιπποκράτη Εξαρχόπουλο των παλιών Νοστράδαμος σαν γκεστ. Θα έλεγε δυο δικά μου τραγούδια. Τότε ήταν στην απεξάρτηση, είχε πάει στο Λονδίνο και μόλις είχε επιστρέψει στην Ελλάδα. Ήμασταν πολύ φίλοι. Τον πάντρεψα κιόλας.

Και ξαφνικά, εξαφανίζεται από προσώπου γης. Είχε μπλέξει πάλι και κατέληξε εκεί που κατέληξε. Πίκρα μεγάλη. Μου λέει ο φίλος μου από την εταιρεία, «Θέμη, την Παρασκευή το μεσημέρι έχουμε το μίτινγκ που παρουσιάζουμε τις επερχόμενες παραγωγές. Δευτέρα γράφουμε, όλα κανονισμένα». Παρασκευή απόγευμα μου τηλεφωνεί. «Θέμη είσαι φίλος μου. Είσαι σε black list».

Στο στούντιο της Columbia, 1976

Γιατί, θα μου πείτε. Πρώτον, είχα πάει στο διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας και τον είχα παρακαλέσει να έχω τον απόλυτο έλεγχο των τραγουδιών μου και να αποφασίζω εγώ ποια θα λέω. Στον τελευταίο δίσκο που είχα κάνει, η Νινή Ζαχά μου είχε δώσει τέσσερα τραγούδια αλλά μόνο το ένα άξιζε. Της λέω ότι τα τρία δεν μου πάνε. Πάει και το λέει στην εταιρεία και μου τηλεφωνούν. «Λοιπόν, ή θα βάλεις και τα τέσσερα της Ζαχά στο δίσκο, ή κανένα. Διάλεξε».

Λέω, θα σας πάρω σε δέκα λεπτά και τους τηλεφωνώ. «Κανένα», λέω. Το τραγούδι που θα έλεγα είχε ενορχηστρωθεί από τον Κιουρτσόγλου που ήταν και ηχολήπτης και ήταν έτοιμο, τραγουδισμένο από μένα. Ήταν το «Κάνε μου Λιγάκι Μμμμ…» που μετά το έδωσαν στο Γιώργο Μαρίνο.

Αυτά το 1981.

ΠΑΡΕΝΘΕΣΗ: Κάπου σε αυτή την χρονική περίοδο, ο Θέμης, αποφάσισε να φύγει από την ασφάλεια που είχε δημιουργήσει με το μουσικό του ύφος και να κάνει ένα παράτολμο βήμα, που πάντα έχει το κόστος του στην τέχνη: να εξελιχτεί. Να περάσει σε άλλο επίπεδο και στυλ.

ΑΛΛΑΓΗ ΠΛΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΥΓΕΙΑΣ…

Ο Θέμης με τη σύζυγό του, Άννα

Όλη η ιστορία με τα σατυρικά τραγούδια με είχε κουράσει πια, ήθελα να πω κάτι άλλο, δεν το έκανα πια με χαρά, επαναλάμβανα τον εαυτό μου. «Κι εμείς», μου λένε στην εταιρεία, «θα διακινδυνεύσουμε χρήματα για να σου δώσουμε άλλα τραγούδια; Αφού έτσι πουλάς». Ούτε το συμβόλαιο μου ανανέωσαν, ούτε καν ένα τηλέφωνο δεν με πήραν. Βγήκα και τους τα έσουρα σε διάφορα έντυπα. Δεν ξέρω μήπως έπρεπε να κλείσω το στόμα μου! Δεν το έκλεισα όμως. Έτσι είχα μάθει. Δεν με ήθελαν.

Το πάλεψα για άλλα οκτώ χρόνια. Κι άρχισα να έχω οικονομικό πρόβλημα. Κι έβρισκα μόνο αρπαχτές. Έκανα και το πολύ μεγάλο λάθος το ’77 να φύγω από την Πλάκα και να πάω στην παραλία. Το πλήρωσα, παρόλο που είχα κι εκεί μεγάλη επιτυχία. Αλλά δεν ήταν αυτός ο κόσμος μου. Άλλο κλίμα.

Σε κάποια φάση μου τηλεφωνεί ένας μαέστρος που είχαμε συνεργαστεί και μου λέει, «Θα συνεργαστείς με μια μεγάλη παλιά λαϊκή δόξα, δεν θα σου πω ποια είναι».

Που; Ρωτάω. «Στην Πέτρου Ράλλη». Τι δουλειά έχω εγώ στην Πέτρου Ράλλη, του λέω. Μη σε νοιάζει τίποτε. Θα έρχεσαι δέκα λεπτά πριν βγεις, θα τραγουδάς μισή ώρα και θα φεύγεις. Τα λεφτά μπροστά». Και μου δίνει μια επιταγή 5 εκατομμύρια.

Την πήρα αλλά κάτι μέσα μου δεν μου πήγαινε. Δεν το χώνευα. Μου τηλεφωνεί και με καλεί για πρόβα. Πάω και βλέπω ένα μαγαζί με λαμαρίνες, σκυλάδικο. Μπαίνω μέσα. Είχε και μπαλέτο. Πηγαίνω στο γραφείο του τύπου, είχα μαζί και την επιταγή. Του λέω, «Σας ευχαριστώ πάρα πολύ, αλλά δεν μπορώ». Με κυνήγησαν, με απείλησαν, μου έστειλαν δικηγόρους, είπα, κάντε ό,τι θέλετε, δεν μπορώ, δεν γίνεται. Γυρίζω σπίτι και ανακοινώνω στην Άννα ότι σταματάω οριστικά.

Κατέβασα ρολά, έβαλα μια κλειδαριά και γλίστρησα στο σκοτάδι.

Επέστρεψα το 2010 αλλά για είκοσι χρόνια έγραφα τραγούδια. Και έπεσαν όλοι πάνω μου, είχα μπει και στο facebook διαπιστώνοντας μεγάλη αποδοχή από τον κόσμο. Και κάτι άρχισε να κινείται μέσα μου. Όλος ο κόσμος μου έλεγε να ξεκινήσω πάλι. Και αποφασίζω να κάνω ένα δίσκο. Μπαίνω στο στούντιο και κάνω ένα δίσκο, 15 τραγούδια συν ένα. Και φωνάζω συμπαραστάτες τον Σταμάτη Κραουνάκη ο οποίος συμμετείχε με μεγάλη χαρά, τον Νότη Μαυρουδή που διασκεύασε ένα τραγούδι μου, έπαιξε και κιθάρες και με συνόδευσε σε ένα άλλο, και τη νέα τότε τραγουδίστρια Ηρώ Σαΐα.

Έγραψα τη μουσική σε στίχους του ποιητή Γιάννη Ευθυμιάδη. Έβγαλα το δίσκο με τίτλο Το Σώμα Ξέρει, με ένα θαυμάσιο εξώφυλλο φιλοτεχνημένο από την Άννα, αλλά δεν ήξερα ότι η δισκογραφία έχει πεθάνει. Και ο δίσκος εξαφανίστηκε.

Ετοιμαζόμαστε να πάμε στην Ύδρα με την Άννα και έχω κάνει την τελευταία μίξηστο CD. Και με πιάνει ένας φοβερός κολικός του νεφρού. Και μέσω του Γιώργου Μεράντζα, του τραγουδιστή που επίσης τα είχε παρατήσει, βρίσκομαι στο Υγεία να σφαδάζω από τους πόνους. Μου κάνουν εξετάσεις και σε δυο ώρες είχαν διαπιστώσει ότι είχα καρκίνο στο παχύ έντερο. Τη γλίτωσα στο παρά ένα. Γι’ αυτό ονόμασα το δίσκο Το Σώμα Ξέρει. Το μάστερ μου το έφεραν στο νοσοκομείο που ήμουν εγχειρισμένος. Είχα γλιτώσει.

Από τότε έχουν περάσει δέκα χρόνια κι είμαι καλά! Μετά από τέσσερα χρόνια έκανα άλλη εγχείριση στον εγκέφαλο, ένα αιμάτωμα που θα με σκότωνε. Και πολλά άλλα που έτυχαν. Συν το ατύχημα που είχα πάθει όταν ήμουν 25 χρονών στην Κρήτη σε μια αρπαχτή, Δευτέρα, στην πολύ μεγάλη μου επιτυχία. Τότε δουλεύαμε έξι μέρες τη βδομάδα, δυο προγράμματα την ημέρα και τρία το σαββατοκύριακο. Και τη Δευτέρα αρπαχτές. Μπήκα στο αυτοκίνητο ενός τύπου, που ούτε τον ήξερα καλά καλά κι εκείνος έπεσε πάνω σε μια γριά που έπεσε στο παρμπρίζ και με διέλυσε. Δέκα μέρες σε θάλαμο ανανήψεως,

Ιούνιος του 1975. Ήθελα όμως να ζήσω και έζησα.

Ο ΘΕΜΗΣ ΚΑΙ Ο LEONARD COHEN

Εγώ ήθελα να μοιάσω στον Leonard Cohen, έχω πει και το «Bird on a Wire». Και η τύχη το έφερε στην Ύδρα να είμαι γείτονας με τον Cohen, παρόλο που όταν αγοράσαμε το σπίτι αυτός είχε σταματήσει να έρχεται πια. Το 2003, η Άννα, η γυναίκα μου, έψαχνε να αγοράσουμε ένα εξοχικό. Δεν έβρισκε τίποτα. Μια μέρα χτυπάει το τηλέφωνο κι είναι μια φίλη της Άννας, η Άλκη, μια Ελβετίδα που έχει παντρευτεί Έλληνα και μένει μόνιμα στην Ύδρα. Έτσι τη ρωτήσαμε μήπως υπήρχε τίποτα εκεί. Και πάμε με το Flying Dolphin στο νησί και πάμε να δούμε το σπίτι και περνάμε από το σπίτι του Cohen. Και η Άλκη μας το δείχνει. Μένω κάγκελο.

Ανεβαίνουμε λίγα σκαλιά και αυτό που μας δείχνει είναι ένα γκρέμι. Μιλάμε για 240 σκαλιά ανέβασμα. Μόλις το βλέπω λέω, το πήραμε. Επειδή ήταν δίπλα στου Cohen.

Ο Θέμης χτυπάει την πόρτα του Leonard στην Ύδρα, αλλά ο Leonard απουσιάζει…

Περνούν τα χρόνια. το φτιάξαμε το σπίτι με χίλια ζόρια κι έγινε όμορφο. Κι ήταν μια εποχή γύρω στα τέλη του ’09, μπορεί και νωρίτερα, που ο Cohen είχε μπει σε ένα βουδιστικό μοναστήρι κι είχε δώσει την περιουσία του να τη διαχειρίζεται μια που του τα πήρε όλα και εξαφανίστηκε κι έμεινε άφραγκος. Τότε, αν και χωρισμένος, συντηρούσε την Σουζάν, την πρώην γυναίκα του και τα δυο τους παιδιά, τον Άνταμ και τη Λόρκα. Και της λέει δεν έχω μια, μάζεψέ τα και πήγαινε στην Ύδρα.

Κι έτσι έγινε. Η Σουζάν ήταν φίλη με την Άλκη και μας γνωρίζει και κάναμε παρέα. Κι ένα καλοκαίρι μας καλεί στο μπαλκόνι του σπιτιού τους. κάποτε είχα διαβάσει μια συνέντευξη του Cohen που έλεγε πώς είχε γράψει το «Bird on a Wire». Όπως καθόταν παρατήρησε το καλώδιο του ηλεκτρικού που ερχόταν στο σπίτι του από το απέναντι σπίτι και βλέπει ένα πουλάκι πάνω στο σύρμα, κι έτσι έγραψε το κομμάτι. Και πάμε κι όπως καθόμαστε, κοιτάζω δεξιά και βλέπω ένα πουλάκι πάνω στο σύρμα. Τρελάθηκα! Μπήκε στην ψυχή του ποιητή!

ΤΩΡΑ, ΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ;

Ζητάμε από τον Θέμη να μας πει τους πέντε δίσκους θα ήθελε να έχει αν ήταν μόνος σε ένα νησί. «Το Songs from a Room του Leonard Cohen» απαντάει, σχεδόν αμέσως. «Το Φορτηγό του Σαββόπουλου, το Άξιον Εστί του Θεοδωράκη και το White Album των Beatles». 

Μας δείχνει τη δισκοθήκη του από βινύλια. Τον ρωτάμε για τον κοινωνικό ρόλο του καλλιτέχνη: «Δύσκολη ερώτηση γιατί συνέχεια διαμορφώνονται οι προτάσεις και αλλάζουν τα δεδομένα. Όταν ξεκίνησα να τραγουδάω είχα μια καθαρά πολιτική θέση. Προέρχομαι από αριστερή οικογένεια, παραμένω αριστερός, ασχολήθηκα και με τα κοινά πρώτα σαν συνδικαλιστής στο χώρο του τραγουδιού, και παλιά σαν Νεολαία Λαμπράκη.

Ήμασταν παιδάκια ακόμα και φορούσαμε την κονκάρδα του Αφοπλισμού του Ράσελ. Ήταν και το σήμα των Λαμπράκηδων. Και μας τα είχε πάρει ο πατέρας μας και τα φορούσαμε. Και μια φορά πήγαμε στην εκκλησία με αυτά αφού ο εκκλησιασμός ήταν υποχρεωτικός την Κυριακή. Ήμουν 11-12 χρονών εγώ και 9 ο αδελφός μου. Και ο επίτροπος στην εκκλησία ήταν ένας φασίστας, ή ο πατέρας ή ο συγγενής του Μάκη του Ψωμιάδη. Και δίνει σήμα και μόλις φεύγουμε από την εκκλησία μας πλακώνουν στο ξύλο τραμπούκοι.

Θυμάμαι τον πατέρα μου να τον κρατάνε για να μη γίνει μακελειό. Πολιτική θέση ήθελα να έχω. Κομματική δεν ήθελα να έχω. Όταν για ένα διάστημα ήμουν στο ΚΚΕ – δεν ήθελα να είμαι πια. Και μετά την πτώση του υπαρκτού διαμορφώθηκαν πολύ περίεργες συνθήκες. Άρχισα να μην ασχολούμαι, είχα κλειστεί στον εαυτό μου, δεν τραγούδαγα κιόλας. Είχα μια θέση καθαρά αριστερά, περισσότερο σαν τρόπο ζωής, αλλά δεν ασχολιόμουνα.

Από τον καιρό που άρχισε ο ΣΥΡΙΖΑ να έχει πρόσβαση στα πράγματα και μετά την αλματώδη άνοδο των ποσοστών του άρχισα να κινητοποιούμαι έντιμα μέχρι το 2015, με την κωλοτούμπα. Και τότε είπα ότι δεν θα ασχοληθώ ξανά με οτιδήποτε έχει σχέση με την πολιτική. Μόνο κάποια κριτική μέσα απ’ τα τραγούδια μου, αν περνά απ’ το χέρι μου.

Κοινωνικό ρόλο με κάποια έννοια παίζει η εκπομπή Μουσικό Κουτί του Πορτοκάλογλου. Δίνει πρόσβαση στο καλό τραγούδι και είχα τη χαρά και την τιμή να με συμπεριλάβει στο ρεπερτόριό του. Και βλέπω τους τίτλους των ειδήσεων που συνήθως είναι άθλιοι».

Και δυο τελευταίες ερωτήσεις: Τι σημαίνει για τον Θέμη η τέχνη γενικότερα; 

«Ανάσα ζωής!» Και… αυτή η μπόρα του αιώνα θα τελειώσει ποτέ; 

«Φέτος κλείνουν πενήντα χρόνια από την κυκλοφορία του “Ταρζάν” και το αίτημα να πάμε στη ζούγκλα παραμένει αενάως! Έφαγα όλη μου την καλλιτεχνική ζωή μέσα σε ένα φοβερό δίπολο. Από τη μια είχα έναν εξωστρεφή χαρακτήρα που έδινε χαρά στους ανθρώπους και σε μένα, και από την άλλη είχα έναν εσωστρεφή χαρακτήρα που ήθελε να κάθομαι με μια κιθάρα και να λέω μελαγχολικές μπαλάντες. Έφαγα όλη μου τη ζωή για να καταλάβω τι απ’ τα δυο έπρεπε να είμαι. Μέχρι που κατάλαβα ότι όλο αυτό είναι ένα…»

Τα τελευταία χρόνια ο Θέμης Ανδρεάδης έχει αρχίσει να εμφανίζεται πάλι. Όπως λέει ο ίδιος, όσο πατούσε η γάτα πήγαινε και τραγουδούσε στην Απανεμιά αλλά και σε άλλους χώρους όπως στο Ρυθμός Stage – δυο παραστάσεις εκεί. Αυτά το 2015 και είχαν μεγάλη επιτυχία. Τραγούδησε επίσης στον Ιανό όπου παρουσίασε το δίσκο του κι έκλεισε εκεί 3-4 παραστάσεις γεμίζοντας το χώρο. Τραγούδησε κι αλλού και πάντα τον εντυπωσιάζει η αποδοχή.

«Από αυτά πήρα μεγάλη δύναμη, ότι είχαν περάσει στο DNA, στις συνειδήσεις των ανθρώπων σαν κάτι θετικό, ευχάριστο, χαρούμενο, ό,τι θέλεις! Έχω πει 200 τόσα τραγούδια!»

Ευχαριστούμε για όλα Θέμη.

Πηγή ”Merlin’s Music Box ”

Comments are closed.