Η υποδοχή των Μικρασιατών προσφύγων στην Ελλάδα μας διδάσκει τις πραγματικές αιτίες του ρατσισμού & φωτίζει διαχρονικά ζητήματα

0
81

«Δεν μας δέχθηκαν καλά. Στέλναν τα παιδιά και μας σβήναν τη φωτιά, ουρώντας το μαγκάλι. Μας έλεγαν “πρόσφυγγες”, σφίγγες δηλαδή. Δε μας ήθελαν τέλος πάντων, για πολλούς λόγους. Διότι οι άντρες είδαν πολιτισμένο κόσμο, οι κοπέλες πιο καλοντυμένες, οι οποίες ως επί το πλείστον ήξεραν οι περισσότερες γράμματα και αυτό πείραξε τις ντόπιες (…) Και από οικονομικής πλευράς ίσως, εργάτες φθηνοί ήμασταν, τώρα ό,τι γίνεται με τους Αλβανούς»1, μαρτυρά μια πρόσφυγας εγκατεστημένη στα περίχωρα της Θεσσαλονίκης, στο μεταίχμιο μεταξύ 20ού και 21ου αιώνα.

επιμέλεια   Γιώργος  Αντωνακάκης  

Η εμπειρία που καταθέτει η ηλικιωμένη Μικρασιάτισσα δεν αποτελεί εξαίρεση, αλλά κανόνα που χαρακτήρισε την υποδοχή των ξεριζωμένων πληθυσμών του 1922 στην Ελλάδα. Τα λόγια της επιβεβαιώνονται από την εξέταση των ποικίλων πηγών της εποχής, όπως είναι το πλήθος των ρεπορτάζ στο Τύπο. Γράφει χαρακτηριστικά το «Ελεύθερον Βήμα» τον Αύγουστο του 1933: «Οι πρόσφυγες περιλούονται με ύβρεις εμετικάς (…) χαρακτηρίζονται “Τούρκοι”, απειλούνται με εξόντωσιν»2.

Στο παρόν άρθρο γίνεται προσπάθεια να καταδειχθεί η ταξική ρίζα της ρατσιστικής συμπεριφοράς, που στη συγκεκριμένη περίπτωση έχει μια σημαντική ιδιαιτερότητα: Κατευθυνόταν ενάντια σε ομόδοξους, ομόγλωσσους και «αλύτρωτους αδελφούς», κατά την αστική προπαγάνδα της εποχής.

Ηταν εκείνο τον Μάη του 1919 που σε Αθήνα και Σμύρνη εκδηλώνονταν ξέφρενοι πανηγυρισμοί. Στην ίδια προκυμαία που ο λαός πανηγύριζε, το 1922 βρισκόταν υπό διωγμό3. Τι συνέβη και αυτός ο «αλύτρωτος ελληνισμός» – για τον οποίο, σύμφωνα με τα αστικές ερμηνείες, κηρύχθηκε απελευθερωτικός πόλεμος – μετατράπηκε σε πληθυσμό «τουρκόσπορων»; Ποιο κίνητρο οδήγησε τους αυτόχθονες σε μια τέτοια συμπεριφορά; Αρκεί να αποδώσουμε τους κακεντρεχείς χαρακτηρισμούς στην αρχικά εχθρική πολιτική της φιλοβασιλικής αστικής παράταξης, που τροφοδοτούσε τα αρνητικά σχόλια για τους πρόσφυγες, ή να εξηγήσουμε αυτήν τη συμπεριφορά με πολιτισμικούς όρους;

Η «αποκατάσταση»

Για να απαντήσουμε ολοκληρωμένα στα παραπάνω ερωτήματα, χρειάζεται να εξετάσουμε τις συνθήκες που δημιουργήθηκαν στην ελληνική κοινωνία έπειτα από την έλευση των προσφύγων και τη λεγόμενη αποκατάστασή τους. Οσοι από τους πρόσφυγες κατόρθωσαν να γλιτώσουν από τη σκληρή πραγματικότητα των λοιμοκαθαρτηρίων, όπου πολλοί άφησαν την τελευταία τους πνοή, ήρθαν αντιμέτωποι με μια νέα, σκληρή πραγματικότητα.

Μολονότι η αποκατάσταση θεωρείται άθλος και πολλές φορές περιγράφεται διθυραμβικά, το αστικό κράτος δεν είχε ή/και δεν υλοποίησε ένα σταθερό πρόγραμμα για την εγκατάσταση των προσφύγων και οι υπηρεσίες του πολλές φορές ήταν πρόχειρες και αποσπασματικές4. Ακόμα και η κατασκευή της προσφυγικής κατοικίας, που τέθηκε στο επίκεντρο των φορέων της αποκατάστασης και οδήγησε στην οικοδόμηση χιλιάδων οικιών, αφενός δεν κάλυψε το σύνολο του προσφυγικού πληθυσμού και αφετέρου, ακριβώς επειδή προβλεπόταν ένα μέρος του κόστους να αποπληρωθεί από τους ίδιους τους πρόσφυγες, δεν άργησε να οδηγήσει σε εξώσεις5. Ως αποτέλεσμα, πέρα από τους πρόσφυγες που έμεναν σε κακής ποιότητας κατασκευές, το μεγαλύτερο τμήμα τους βρέθηκε να κατοικεί σε αυτοσχέδιους καταυλισμούς.

Προσφυγόπουλα την ώρα του μαθήματος σε σχολείο του συνοικισμού Βύρωνα, 1923 – 1924 (φωτ. Αρχείο ΕΡΤ)

Οι συνθήκες ζωής των προσφύγων δεν φαίνεται να άλλαξαν ριζικά ακόμα και τη δεκαετία του 1930. Ετσι, ο «Νέος Ριζοσπάστης» γράφει το 1933 για τη βρώμα και τη δυσωδία που χαρακτηρίζει τις παράγκες της Κοκκινιάς, ενώ με παρόμοια λόγια περιγράφει λίγους μήνες αργότερα την κατάσταση στον Τενεκέ – Μαχαλά της Θεσσαλονίκης η «Μακεδονία»6.

Στην πραγματικότητα, καθ’ όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου η σχετική και η απόλυτη φτώχεια μάστιζαν τους πληθυσμούς, ιδιαίτερα στις συνοικίες που δημιουργήθηκαν πέριξ των πόλεων κατά την αστική αποκατάσταση. Η – σε συνθήκες πλήρους ανέχειας – εμπλοκή μιας μερίδας προσφύγων σε παραβατικές ενέργειες τροφοδότησε τη φιλολογία περί αύξησης της εγκληματικότητας εξαιτίας τους, ενώ «φορτώθηκαν» ακόμα και την παγκόσμια καπιταλιστική οικονομική κρίση, που χτύπησε και την Ελλάδα του Μεσοπολέμου. Η «παστρικιά» – κατά την υποτιμητική έκφραση της εποχής – Μικρασιάτισσα, υπό το βάρος των βιοτικών αναγκών, πολλές φορές μαζί με τα παιδιά της, εντάχθηκε στη βιομηχανική και βιοτεχνική παραγωγή. Αυτές ήταν ορισμένες από τις αφορμές των ρατσιστικών εκδηλώσεων εναντίον των προσφύγων. Ποια ήταν όμως τα πραγματικά αίτια αυτής της συμπεριφοράς;

Εργασιακό περιβάλλον

Η πραγματική αιτία του ρατσισμού ήταν η θέληση της αστικής τάξης να εκμεταλλευτεί προς όφελός της την τραγωδία των προσφύγων. Οι εξαθλιωμένες μάζες, με τις αυξημένες ανάγκες επιβίωσης, προσέτρεξαν για εργασία χωρίς να θέτουν όρους. Οι εργοδότες, επιδιώκοντας την αποκόμιση του μέγιστου ποσοστού κέρδους, βρήκαν την ευκαιρία σχεδόν αμέσως μετά την είσοδο των προσφύγων στην αγορά εργασίας να ρίξουν τους μισθούς από 10% έως και 30% κατά περίπτωση7.

Ο προσφυγικός οικισμός Ταταυλιανά στα Πετράλωνα (φωτ. Αρχείο ΕΡΤ)

Παράλληλα η ελληνική κυβέρνηση ανέστειλε τον Νόμο 2112/1920, που προέβλεπε την αποζημίωση σε περίπτωση απόλυσης, δίνοντας έτσι την ευκαιρία στους εργοδότες να δημιουργήσουν μια ρευστή αγορά εργασίας, στην οποία θα επικρατούσε πρωτοφανής ανταγωνισμός για τα ελληνικά δεδομένα. Είναι χαρακτηριστικό ότι σύμφωνα με την απογραφή του 1928 το 54,82% των αρρένων προσφύγων απασχολούνταν στη βιομηχανία και στη βιοτεχνία8. Η ευαλωτότητα αυτού του εργατικού δυναμικού καθιστούσε την εργασία του ασταθή και επισφαλή. Σύμφωνα με την Κοινωνία των Εθνών, πολλοί πρόσφυγες μπορεί να άλλαζαν επάγγελμα ακόμα και 6 φορές τον χρόνο9.

Παράλληλα, αυτό χρησιμοποιήθηκε από τα αστικά επιτελεία για να υποδαυλίσει την εχθρική συμπεριφορά απέναντι στους πρόσφυγες, καταρχήν από ένα τμήμα της εργατικής τάξης που είδε να μειώνεται ο μισθός του ή να προσλαμβάνονται σε δουλειές οι πιο φτηνοί πρόσφυγες. Οσο περισσότερο διασπασμένη παρέμενε η εργατική τάξη, τόσο πιο ασφαλής ήταν η καπιταλιστική εξουσία και διασφαλισμένη η κερδοφορία του κεφαλαίου.

Το 1922 η Γενική Διοίκηση Μακεδονίας ενημέρωνε τους εργοδότες της περιοχής ότι υπάρχουν πρόσφυγες πρόθυμοι να δουλέψουν στα εργοστάσιά τους με συμφέρον ημερομίσθιο για τα αφεντικά τους. Επιπλέον, η Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων, περιγράφοντας γλαφυρά τις μισθολογικές απολαβές των προσφύγων, έλεγε ότι αυτές αντιστοιχούν σε μισό καρβέλι ψωμί ανά άτομο τη μέρα, μια χούφτα ελιές, λίγο λάδι και κρέας ή ψάρι, περίπου μία ή δύο φορές τον μήνα10. Τις ζοφερές συνθήκες εργασίας στα βυρσοδεψία της Παλαιάς Κοκκινιάς θα περιγράψει το 1931 η «Ακρόπολις», συνθήκες που πολλές φορές επιβάλλονταν από Μικρασιάτες στην καταγωγή εργοδότες, ενώ σε παρόμοιο ρεπορτάζ για τους Ποδαράδες γράφει ο «Ριζοσπάστης» το 1934: «Χιλιάδες είναι οι εργάτες, εργάτριες και τα παιδιά που αργοπεθαίνουν μέσα στα εργοστάσια – φυλακές των Ποδαράδων»11.

Η γυναικεία και η παιδική εργασία προερχόμενη από τον προσφυγικό πληθυσμό ήταν δύο σημαντικοί παράγοντες για την αύξηση των κερδών των επιχειρηματιών, που σε ορισμένους κλάδους, όπως της κλωστοϋφαντουργίας, αξιοποίησαν κατά κόρον αυτά τα ακόμα πιο φτηνά εργατικά χέρια. Αναφορικά με τη γυναικεία εργασία, η Μαρία Σβώλου έχει καταγράψει σε μελέτη της την τρομακτική απόκλιση μεταξύ των μισθών που λάμβαναν οι γυναίκες και αυτών που λάμβαναν οι άνδρες12.

Παράλληλα οι εργοδότες συχνά αξιοποιούσαν τις εργάτριες ως μέσο πίεσης για τα δικαιώματα των αρρένων εργατών, προσπαθώντας να αυξήσουν ακόμα περισσότερο τα κέρδη τους, αλλά και να διαιρέσουν κι άλλο την εργατική τάξη, αποφεύγοντας το ξέσπασμα συνδικαλιστικών αγώνων. Οσον αφορά δε την παιδική εργασία, έχει καταγραφεί η αξιοσημείωτη δήλωση του Ελευθέριου Βενιζέλου, που όταν του τέθηκε το ζήτημα της εργασίας ακόμα και παιδιών κάτω από τα νόμιμα ηλικιακά όρια, εκείνος απάντησε ειλικρινώς ότι οι συμβάσεις για την παιδική εργασία «ημελήθησαν σκοπίμως» ως μία από τις πολλές συνέπειες της Μικρασιατικής Καταστροφής13.

Γεγονότα στην ύπαιθρο

Η εγκατάσταση προσφύγων στην αραιοκατοικημένη ύπαιθρο προχώρησε με αντιφάσεις, εκθέτοντας αρκετές φορές τους πρόσφυγες σε κινδύνους και φέρνοντάς τους σε σύγκρουση με τους γηγενείς, ιδιαίτερα όταν θίχτηκαν ζητήματα επί της γαιοκτησίας τους. Τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η σύγκρουση μεταξύ των κατοίκων της Πρώτης Σερρών (Κιούπκιοϊ) και προσφύγων που εγκαταστάθηκαν στα κτήματά τους τον Νοέμβριο του 1924. Η σύγκρουση ήταν ένοπλη και τραυματίστηκαν τουλάχιστον 15 πρόσφυγες. Σε ρεπορτάζ της η εφημερίδα «Μακεδονία» μιλούσε για εξίσου αιματηρές συγκρούσεις μεταξύ ντόπιων και προσφύγων από την Καβάλα έως το Αγρίνιο και τη Μυτιλήνη14. Παρόμοιο κλίμα καταγράφει και η «Εφημερίς των Βαλκανίων» το 1925: «Οι κάτοικοι του χωρίου Σπάτα, έχοντες διαφιλονικούμενους αγρούς με τους πρόσφυγας Κρύφτσου, μετέβησαν χθες την πρωίαν και ευρόντες ομάδα προσφύγων να εργάζεται εις αυτούς επετέθησαν και τους ετραυμάτισαν σοβαρώς. Οι πρόσφυγες του χωρίου ειδοποιηθέντες ωπλίσθησαν και κατεδίωξαν τους εντοπίους»15.

Η διαίρεση ανάμεσα σε γηγενείς και πρόσφυγες αγρότες άφηνε επίσης στο απυρόβλητο την εγχώρια καπιταλιστική εξουσία και απέτρεπε τους κοινούς αγώνες των αγροτών, ανεξαρτήτως καταγωγής, για τη βελτίωση της ζωής τους.Οι «ρωμιόσποροι»

Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται και από την «αντίθετη» διαδρομή προσφύγων, δηλαδή από τους μουσουλμάνους που εγκαταστάθηκαν στην Τουρκία μετά την ανταλλαγή πληθυσμών (1923). Υπό αυτό το πρίσμα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση των Κρητών μουσουλμάνων. Στην ενδιαφέρουσα μελέτη της τουρκολόγου Κατιλένας Σταθάκου για αυτόν τον πληθυσμό16αναδεικνύεται η κοινή μοίρα των προσφύγων και στις δύο πλευρές του Αιγαίου.

Οι μουσουλμάνοι πρόσφυγες είχαν να αντιμετωπίσουν παρόμοιες δυσκολίες, αλλά και σχεδόν την ίδια ρατσιστική συμπεριφορά με αυτή που βίωσαν οι Μικρασιάτες στην Ελλάδα. Στις μαρτυρίες που προσκομίζει η εν λόγω έρευνα αναφέρονται και ορισμένοι από τους υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς που άκουγαν, όπως «ρωμιόσποροι», «άπιστοι Κρητικοί». Ιδιαίτερες εκδηλώσεις αντιπάθειας εκφράζονταν επειδή οι Κρήτες μουσουλμάνοι δεν μιλούσαν Τουρκικά, γεγονός που δημιουργούσε μεγάλο πρόβλημα κυρίως στα σχολεία όπου έστελναν τα παιδιά τους. Αυτή η κατάσταση οδήγησε την κοινωνία των Κρητών μουσουλμάνων στην περιχαράκωση για πολλά χρόνια μετά την εγκατάστασή τους. Μάλιστα, ούτε οι ίδιοι φαίνεται να είχαν ιδιαίτερη διάθεση για ανάμειξη με τους ντόπιους, θεωρώντας τις συνήθειές τους οπισθοδρομικές.

Η πρόσληψη του πρόσφυγα ως ξένου – εχθρού και στην άλλη πλευρά του Αιγαίου επιβεβαιώνει την κοινή ρίζα μιας αντιδραστικής αντίληψης που καλλιεργείται σκοπίμως από τις διαφορετικής εθνικότητας αστικές τάξεις, με στόχο την κατασκευή πλαστών εχθρών και τη διαίρεση ανθρώπων με κοινά – κατά τα άλλα – ταξικά συμφέροντα.

Η εκμετάλλευση των προσφύγων από τις αστικές πολιτικές παρατάξεις

Η αντιβενιζελική αστική παράταξη έριξε πρώτη το ανάθεμα στον «προσφυγόκοσμο». Οι εφημερίδες που έλεγχαν, αρθρογραφούσαν εξαπολύοντας πάσης φύσεως κατηγορίες για τα προβλήματα που επισώρευε στο ελληνικό κράτος η παρουσία τόσων χιλιάδων επήλυδων. Η «Καθημερινή» έγραφε σχετικά το 1928: «Δεν τους θέλομεν ούτε ως ψηφοφόρους, ούτε ως εκλογείς, ούτε ως εκλέξιμους, ούτε ως πολίτας δικαιουμένους να κυβερνούν την Ελλάδα», ενώ παράλληλα μιλούσε για «Τουρκόσπορους».

Η μανία της «Καθημερινής» ενάντια στα πολιτικά δικαιώματα των προσφύγων δεν ήταν τυχαία, καθώς από το πρώτο διάστημα έλευσής τους στην Ελλάδα είχαν ενταχθεί στη διπολική αντιπαράθεση των δύο μεγάλων παρατάξεων. Οι βενιζελικοί, αξιοποιώντας τη διαδεδομένη αντίληψη μεταξύ των προσφύγων ότι μόνη υπεύθυνη για την ήττα στη Μ. Ασία ήταν η φιλοβασιλική παράταξη, χρησιμοποίησαν τους πρόσφυγες σαν εκλογική δύναμη κρούσης, συντηρώντας όμως και με αυτόν τον τρόπο τις διαχωριστικές γραμμές των προσφύγων με την υπόλοιπη κοινωνία. Μάλιστα η δημιουργία αμιγώς προσφυγικών συνοικιών στην Αθήνα σχεδιάστηκε από τους Φιλελεύθερους και τους συμμάχους τους, ώστε να αλλοιωθούν τα εκλογικά ποσοστά των αντιπάλων τους στην πρωτεύουσα. Αυτό όμως είχε σαν αποτέλεσμα την γκετοποίηση των προσφύγων και την περαιτέρω δυσκολία αφομοίωσής τους.

Ετσι, το Λαϊκό Κόμμα και οι σύμμαχοί του επιτίθονταν φραστικά – και όχι μόνο – στον προσφυγόκοσμο, έχοντας ως αιχμή την αποστέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων17. Ταυτόχρονα, πρωτοστάτησαν στη δημιουργία των λεγόμενων «ομάδων αυτοάμυνας» των γηγενών, που στρέφονταν εναντίον των προσφύγων και τους τρομοκρατούσαν. Μόνο μία δεκαετία αργότερα, το 1933, η φιλοβασιλική Ηνωμένη Αντιπολίτευσις επιχείρησε «άνοιγμα» προς τους πρόσφυγες.

Από την άλλη πλευρά, υπό την ηγεσία και την προτροπή πολιτικών παραγόντων των Φιλελευθέρων, ομάδες προσφύγων συμμετείχαν σε παρακρατικές οργανώσεις και οργανώσεις ακροδεξιάς ιδεολογίας, λειτουργώντας πολλές φορές ως αντικομμουνιστικές ομάδες κρούσης. Το 1925 η ευρείας κυκλοφορίας εφημερίδα «Παμπροσφυγική» εφιστούσε την προσοχή στον «κομμουνιστικό κίνδυνο» και αποθέωνε τον Μουσολίνι. Σύσσωμος ο αστικός Τύπος, αλλά και σύλλογοι, κέντρα και οργανώσεις που απευθύνονταν σε πρόσφυγες προσπαθούσαν να τους επηρεάσουν ιδεολογικά για να μείνουν μακριά από τα ταξικά καλέσματα του ΚΚΕ και των συνδικάτων, τα οποία μιλούσαν για κοινούς αγώνες εργατών και αγροτών, ντόπιων και προσφύγων.

Οσοι πείθονταν περισσότερο από την αντικομμουνιστική ρητορική στρατολογούνταν σε παραστρατιωτικές ομάδες, όπως τα Τάγματα Κυνηγών του Γεώργιου Κονδύλη και οι Λόχοι Πολιτοφυλακής του Θεόδωρου Πάγκαλου. Το 1927 ιδρύθηκε η Εθνική Ενωσις Ελλάς (ΕΕΕ) από τον πρόσφυγα Γεώργιο Κοσμίδη. Η γνωστή για τις φασιστικές ιδέες της οργάνωση είχε ως βασικό στόχο τους κομμουνιστές, ενώ αξιοποιήθηκε και από τους εργοδότες ως απεργοσπαστικός μηχανισμός.

Η θέση του ΚΚΕ και του ταξικού συνδικαλιστικού κινήματος

Από την πρώτη στιγμή που έφτασαν οι πρόσφυγες στην Ελλάδα, το ΣΕΚΕ ξεκίνησε τη δική του εκστρατεία προσέγγισής τους. Με αιτήματα που αφορούσαν τη βελτίωση της ζωής των ξεριζωμένων, αλλά και προτάσσοντας τα δικά του ταξικά κριτήρια απέναντι στον ρατσισμό και στις διαχωριστικές γραμμές, το μικρό νεοπαγές κόμμα κατέβαλε ουσιαστικές προσπάθειες για να ενταχθούν οι πρόσφυγες στην ελληνική κοινωνία και κυρίως στο εργατικό – λαϊκό κίνημα. Τα συνδικάτα που έλεγχε, ο «Ριζοσπάστης», αλλά και οι επιτροπές που προσπαθούσε να συστήσει ήταν τα όπλα στην προσπάθεια που έκανε ώστε οι πρόσφυγες να διεκδικήσουν τα συμφέροντά τους χωρίς να περιμένουν το κράτος, την ΕΑΠ ή ακόμα και τους πλούσιους πρόσφυγες, των οποίων η αποκατάσταση ήταν σαφώς πιο ομαλή και γρήγορη.

Ο «Ριζοσπάστης», αντιπαλεύοντας τις ρατσιστικές αντιλήψεις εναντίον των Μικρασιατών προσφύγων και προσπαθώντας να διεμβολίσει το αντιπαραθετικό δίπολο «πρόσφυγας – γηγενής», έγραφε τον Σεπτέμβριο του 1926: «Η Ελλάδα δεν διαιρείται σε ντόπιους και πρόσφυγες. Η Ελλάδα διαιρείται σε πλούσιους και φτωχούς, σε ανθρώπους που δεν δουλεύουν και ζουν και σε ανθρώπους που ολημερίς και ολονυχτίς δουλεύουν και δεν μπορούν να ζήσουν»18. Παράλληλα ο «Ριζοσπάστης» δεν έχανε ευκαιρία να κατακεραυνώνει την πολιτική της ΕΑΠ, που σύμφωνα με την αρθρογραφία του φόρτωνε με οικονομικά βάρη τους πρόσφυγες, ενώ σταθερά φρόντιζε να επικρίνει τους τζορμπατζήδες, όπως ονόμαζε τη μικρασιατική αστική τάξη.

Στα αστικά κέντρα οι προσπάθειες των κομμουνιστών επικεντρώθηκαν μεταξύ άλλων στη συγκρότηση συνοικιακών επιτροπών, με σκοπό τη συσπείρωση των προσφύγων κάθε περιοχής και τη διατύπωση αιτημάτων διεκδίκησης απέναντι στους φορείς της αποκατάστασης. Λ.χ. σε ρεπορτάζ του «Ριζοσπάστη» τον Φεβρουάριο του 1927 συναντάμε αναφορά στην Επιτροπή Δράσης Συνοικισμού Βύρωνα και Κοπανά, η οποία διοργάνωνε κινητοποίηση ενάντια σε έξωση που υπέστη οικογένεια προσφύγων στην περιοχή19.

Ταυτόχρονα γινόταν προσπάθεια να εντάξουν τους πρόσφυγες σε ταξικά συνδικάτα και σε αθλητικά σωματεία, ή να συγχρωτιστούν με αυτούς στους δικούς τους συλλόγους20. Οι κινήσεις αυτές συνέτειναν στην καταπολέμηση της κοινωνικής απομόνωσης των προσφύγων, με πιο σαφή αποτελέσματα στα καπνεργατικά κέντρα της Βόρειας Ελλάδας, όπως η Καβάλα και η Δράμα.

Ωστόσο, στις περισσότερες περιοχές της χώρας οι προσπάθειες του ΚΚΕ άρχισαν να αποφέρουν καρπούς μία δεκαετία αργότερα, έπειτα από την υπογραφή των Συνθηκών Ειρήνης Βενιζέλου – Ινονού, όταν οι πρόσφυγες απεμπόλησαν οριστικά την ελπίδα επιστροφής τους στα πατρογονικά εδάφη, ενώ άρχισαν να αντιμετωπίζουν ως συνυπεύθυνη και τη βενιζελική πολιτική παράταξη για τα δεινά τους. Ετσι, στις κάλπες του 1933 σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη το ΚΚΕ χάρη στην προσφυγική ψήφο απέσπασε μεγάλα ποσοστά, άνω του 10%, καταγράφοντας για πρώτη φορά μεγαλύτερες δυνάμεις στις εργατογειτονιές των προσφύγων από το πανελλαδικό του ποσοστό21.

Τα «στερεότυπα» επαναλαμβάνονται

Η μετανάστευση και η προσφυγιά ως έννοιες του «Διεθνούς Δικαίου» διαφέρουν. Ωστόσο, αν αντιμετωπιστούν με ταξικό κριτήριο είναι συγγενικές, επειδή εμπεριέχουν μέσα τους την καταναγκαστική κατά κύριο λόγο εγκατάλειψη ενός τόπου. Ολα τα μεταναστευτικά ρεύματα του 20ού αιώνα είχαν ως βασική αιτία τα προβλήματα επιβίωσης σε μια σειρά χώρες με μεγάλη ανεργία και εξαιρετικά χαμηλό βιοτικό επίπεδο, γεγονός που ανάγκασε ένα μέρος του λαού τους να απομακρυνθεί και να αναζητήσει αλλού μια καλύτερη ζωή.

Σε αυτήν την κατηγορία περιλαμβάνονται και τα κύματα μεταναστών από χώρες των Βαλκανίων και της Ανατολικής Ευρώπης μετά τις αντεπαναστατικές ανατροπές της περιόδου 1989 – 1991. Οι Αλβανοί είναι ένα ξεχωριστό παράδειγμα, καθώς συνέρρευσαν κατά χιλιάδες, πολλοί με σύσσωμες τις οικογένειές τους, και εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα. Η αφομοίωσή τους στην ελληνική κοινωνία, η οποία μάλιστα δεν ανέπτυξε ποτέ ολοκληρωμένο σχέδιο ενσωμάτωσής τους, μπορούμε να πούμε ότι σε μεγάλο βαθμό συνάντησε παρόμοιες δυσκολίες με αυτή των Μικρασιατών επτά δεκαετίες πριν.

Οι Αλβανοί μετανάστες μαζί με άλλες εθνότητες μπήκαν στην παραγωγή στους τότε ισχυρούς κλάδους της οικονομίας, και ιδίως στον ανεπτυγμένο κλάδο των Κατασκευών. Αντιμετωπίστηκαν αμέσως σαν φτηνό και ευάλωτο εργατικό δυναμικό, και άρα σαν μοχλός πίεσης για να μειωθούν τα μεροκάματα στις οικοδομές και αλλού22.

Ετσι, αύξησαν την κερδοφορία του κεφαλαίου και συνέβαλαν στην καπιταλιστική ανάπτυξη της εποχής, ενώ ταυτόχρονα έγιναν στόχος ρατσιστικών σχολίων, αφού σύμφωνα με την αστική προπαγάνδα ήταν αυτοί που «έπαιρναν τις δουλειές από τους Ελληνες». Βίωσαν ρατσιστικές συμπεριφορές στις γειτονιές και στα σχολεία. Η εξαθλίωση και ο ρατσισμός ώθησαν πολλούς από αυτούς στο περιθώριο και στην παραβατικότητα, ενώ ένα μικρό μέρος διασυνδεόταν με παράνομα εμπορικά δίκτυα στην Αλβανία. Ετσι, οι Αλβανοί μετανάστες χρεώθηκαν, όπως και οι Μικρασιάτες νωρίτερα, την αύξηση της εγκληματικότητας.

Σήμερα νέα κύματα προσφύγων και μεταναστών αντιμετωπίζονται με μια ακόμα πιο επεξεργασμένη, επιθετική προπαγάνδα, η οποία ξεκινά από το διαφορετικό θρησκευτικό δόγμα και διαδίδεται επίμονα στα λαϊκά στρώματα, αποκρύπτοντας τις πραγματικές αιτίες της προσφυγιάς, που είναι ο πόλεμος για τις αγορές, τους δρόμους μεταφοράς Ενέργειας και εμπορευμάτων, για τις πρώτες ύλες κ.λπ.

Ομως, όπως μας δείχνει η Ιστορία της Μικρασιατικής Καταστροφής, ο πραγματικός λόγος της καλλιέργειας της αντίθεσης με τους πρόσφυγες και τους μετανάστες δεν είναι η διαφορετική γλώσσα, θρησκεία και κουλτούρα. Ο ευάλωτος πρόσφυγας ή ο μετανάστης, ακόμα κι αν είναι ομόδοξος ή ομόγλωσσος, δύναται να δεχθεί ρατσιστική συμπεριφορά, αφού μετατρέπεται σε εύκολο θύμα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και της πρακτικής του «διαίρει και βασίλευε».

Συμπεράσματα

100 χρόνια μετά από εκείνη την προσφυγική κρίση, οι προκλήσεις της υποδοχής μεταναστών και προσφύγων ταλανίζουν εκ νέου την ελληνική κοινωνία. Τα παρόμοια επιχειρήματα και τα επαναλαμβανόμενα στερεότυπα μας βοηθούν να κατανοήσουμε την υλική βάση του ρατσισμού, ως φαινομένου βασισμένου στην καπιταλιστική εκμετάλλευση τόσο των ντόπιων όσο και των προσφύγων και των μεταναστών.

Κρίσιμα και διαχρονικά είναι τα συμπεράσματα που προκύπτουν για το Κομμουνιστικό Κόμμα. Το ΣΕΚΕ και μετέπειτα το ΚΚΕ δικαιώθηκαν για την εναντίωσή τους στην ιμπεριαλιστική εκστρατεία. Δικαιώθηκαν και για την ταξική τους στάση απέναντι στους πρόσφυγες. Αυτή επέτρεψε από ένα σημείο και μετά τη μαζική είσοδο των προσφύγων στα συνδικάτα, συνέβαλε στους νέους μεγάλους εργατικούς αγώνες, στο να γίνουν οι προσφυγογειτονιές της Αθήνας κάστρα της ΕΑΜικής Αντίστασης και αργότερα αιμοδότες του Δημοκρατικού Στρατού.

Η αντιμετώπιση των ξεριζωμένων από το ΚΚ οφείλει να λαμβάνει υπόψη τη θέση αρχής για τον καθορισμό της εργατικής τάξης από τη θέση της στην παραγωγή. Μια τέτοια προσέγγιση συμβάλλει στην ταξική συνειδητοποίηση, ενώ καταπολεμά στην πράξη τον ρατσισμό, τον εθνικισμό, αλλά και τον κοσμοπολιτισμό, κάθε λογής συντηρητική και ανορθολογική άποψη, ανοίγοντας τελικά τον δρόμο για αγώνες προς όφελος των παραγωγών του πλούτου και ενάντια στην καπιταλιστική εξουσία. 

πηγή «Ρ»   Λάμπρος ΤΖΙΜΑΣ

Comments are closed.