Η μουσική κι οι στίχοι του Μίκη στο κολαστήριο του Ωρωπού

0
62


«Για να λείψει πάλι το σαράκι/που μας τρώει τη σάρκα την ελληνική/ενωμένοι μέσα στον Αγώνα/για να λάμψει νέα νίκη λαϊκή»

επιμέλεια   Γιώργος  Αντωνακάκης

Ο τότε 58χρονος Μίκης Θεοδωράκης, στα γυρίσματα του ντοκιμαντέρ «Μίκης Θεοδωράκης – Αυτοβιογραφία» (1983), με την υπογραφή της Ηρώς και του Γιώργου Σγουράκη. Εδώ, στέκεται μπροστά στο φακό του εικονολήπτη, έξω από το κελί του, στο στρατόπεδο Ωρωπού, όπου κρατήθηκε επί έξι μήνες και αποφυλακίστηκε λόγω προβλημάτων υγείας

Η επέτειος του ενός χρόνου από τον θάνατο του μεγάλου λαϊκού συνθέτη Μίκη Θεοδωράκη σηματοδοτήθηκε από τη μεγαλειώδη συναυλία – αφιέρωμα «Κοντά σας όλη μου η ζωή…», που οργάνωσε η Κομματική Οργάνωση Αττικής του ΚΚΕ, στις πρώην φυλακές Ωρωπού.

Ενας ιστορικός τόπος μνήμης, ο οποίος εξακολουθεί για τους σημερινούς κομμουνιστές να στέλνει πολλαπλά μηνύματα ταξικής συνείδησης για το παρόν και το μέλλον της εργατικής πάλης, γέμισε από πλήθος κόσμου, που δεν πτοήθηκε από τη «δύσκολη» πρόσβαση στο χώρο κι από τον άστατο καιρό.

Σ’ αυτό το κολαστήριο φυλακίστηκε, βασανίστηκε κι έχασε την υγεία του ο τότε 44χρονος δημιουργός. Ομως, μέσα από τον σωματικό πόνο και την ψυχική οδύνη, μπόρεσε να βρει το σθένος και τη διαύγεια για ν’ αποτυπώσει σε στίχους και μουσική τον εγκλεισμό, μετατρέποντας τον Ωρωπό σε σύμβολο αντίστασης όλων των αγωνιστών και των αγωνιστριών.

Κρατήθηκε από τον Οκτώβρη του 1969 έως τον Απρίλη του 1970 και σύνθεσε τρία έργα, με την ακόλουθη χρονολογική σειρά («Το Χρέος. Αυτοβιογραφία», τ. Δ’, Παράρτημα Ι. Μελοποιημένη Ποίηση, σ.σ. 1.349 – 1.354, «Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης»):

α. «Raven» – με την ένδειξη: Κορυτσά, χειμώνας 1937 – αφιέρωμα στον Γιάννη Χρήστου. «Τραγούδι – ποταμός» για λαϊκό τραγουδιστή, χορωδία και λαϊκή ορχήστρα, ποίηση Γιώργου Σεφέρη (7 – 10 Γενάρη 1970).

β. Τραγούδια του στρατοπέδου, ποίηση Μίκη Θεοδωράκη: Ι «Διότι δεν συνεμορφώθην», ΙΙ «Μην ξεχνάς τον Ωρωπό», ΙΙΙ «Τα καλύτερά μας χρόνια», IV «Στον Ωρωπό» (Φλεβάρης 1970).

γ. Νέγρικα τραγούδια, στην Μυρτώ, Κύκλος τραγουδιών, ποίηση Σενγκόρ: Ι «Θα προφέρω τ’ όνομά σου», ΙΙ «Νύχτα του Sine», ΙΙΙ «Κράτησες το μαύρο πρόσωπο» (23 – 24 Μάρτη 1970).

Ας ανατρέξουμε στο «Ημερολόγιο Ε’. Στρατόπεδο Ωρωπού (ό.π. σ.σ. 1.108 – 1.109), όπου έχουμε ένα σύντομο χρονικό δημιουργίας αυτών των έργων.

Το κελί του στον Ωρωπό

Γιώργος Σεφέρης (1900 – 1971) – Γιάννης Χρήστου (1926 – 1970), μια απρόβλεπτη συνάντηση μέσα στο κολαστήριο:

«Σκοτώθηκε ο συνθέτης Γιάννης Χρήστου. Συγκλονίστηκα. Ο θάνατος είναι τυφλός και ανεύθυνος.

»Και πάλι καταλήγω στον Σεφέρη. Στις 15 του Γενάρη, τελειώνω το ”Raven” (σ.σ. στο Παράρτημα αναφέρει στις 10 Γενάρη).

»Με τον Πέτρο (σ.σ. δεν παραθέτει το επώνυμο), τον αχώριστο σύντροφο, οργανώνουμε την ”πρώτη εκτέλεση” μέσα στην έρημη κουζίνα. Απάνω στο τραπέζι με τη λαμαρίνα, ένα μπουκάλι μπίρα.

»Θα την απολαύσουμε μετά τη μουσική».

Αφού έχουν περάσει είκοσι χρόνια από τον θάνατο του πρωτοποριακού συνθέτη, ο Μίκης Θεοδωράκης θα τον εγκωμιάσει στο θεωρητικό έργο του «Η ανατομία της μουσικής» (εκδόσεις «Γνώσεις», 1990):

«[…] Του αφιέρωσα το ”Raven” ως ελάχιστο δείγμα αγάπης και εκτίμησης.

Στις 20 Απριλίου 1967, την παραμονή της δικτατορίας, μιλήσαμε στο τηλέφωνο. […] Το καλοκαίρι […] θα παρουσιάζαμε στον Λυκαβηττό έργα μετασυμφωνικής μουσικής (λαϊκά ορατόρια) διαφόρων Ελλήνων συνθετών κι ανάμεσά τους και του Γιάννη Χρήστου, που με εξουσιοδότησε να αναφέρω στη συνέντευξη Τύπου, που θα έδινα την επομένη, δηλαδή την 21η Απριλίου, ότι θα παρουσίαζε ορατόριό του (σ.σ. αναφέρεται στο έργο «Πύρινες γλώσσες» για μεσόφωνο, τενόρο, βαρύτονο, μεικτή χορωδία και ορχήστρα, 1964).

Η πόρτα και το εσωτερικό του κακοφωτισμένου χώρου απομόνωσης, όπου ο λαϊκός συνθέτης, αντί να υποχωρήσει στα φρικτά βασανιστήρια και στο σπάσιμο του ηθικού, σήκωσε κεφάλι και έφτιαξε τα δυο τραγούδια – μνημεία του αγωνιζόμενου λαού: «Διότι δεν συνεμορφώθην» και «Μην ξεχνάς τον Ωρωπό»

»[…] Ο Χρήστου […] έψαχνε, δραματικά θα λέγαμε, να βρει τη ”λύση” μέσα στο χάος που είναι η σύγχρονη μουσική. Γνήσιος συνθέτης με δημιουργικούς χυμούς, φιλοδοξούσε να συνθέσει έργα ζωντανά κι όχι ρομπότ ή Φρανκεστάιν…».

Ο ασυμμόρφωτος δημιουργός και πώς έγραψε τα τέσσερα τραγούδια, μέσα από τα οποία οι φυλακές του Ωρωπού μεταμορφώθηκαν σε ταξικά εγερτήρια:

«Ο διοικητής του στρατοπέδου μου επέστρεψε τις αιτήσεις των κρατουμένων προς τον Ερυθρό Σταυρό. Επέμενε, παρά τη θέληση και την απόφασή μας, να τις κατέθετε στο γραφείο του ένας – ένας προσωπικά.

»Επάνω στο φάκελο έγραφε: ”Επιστρέφονται διότι δεν συνεμορφώθη προς τα υποδείξεις”.

»Το βράδυ διηγήθηκα στο εστιατόριο το ανέκδοτο, και τους τραγούδησα το σχετικό τραγουδάκι: ”Διότι δεν συνεμορφώθην…”

»Εγραψα ακόμα τρία τραγούδια για τη χορωδία του στρατοπέδου: ”Μην ξεχνάς τον Ωρωπό”, ”Τα καλύτερά μας χρόνια”, ”Στον Ωρωπό”».

Το πρώτο και το δεύτερο (ακούγονται χορωδιακά οι φωνές των Μαρίας Φαραντούρη, Μαρίας Δημητριάδη και Λάκη Καραλή) με τη δική του φωνή συμπεριλήφθηκαν στο δίσκο «Τα τραγούδια του αγώνα» («Polydor», Λονδίνο, 1971 και «Minos», Αθήνα, Σεπτέμβρης 1974).

Και το σχόλιο, τυπωμένο στο οπισθόφυλλο: «Τραγούδια γραμμένα στον Ωρωπό του ’69 (σ.σ. προφανώς τότε έγραψε τους στίχους τους, γιατί παραπάνω αναφέρει ότι τελείωσαν τον Φλεβάρη του 1970). Τραγουδιόνταν καθημερινά απ’ όλους τους κρατούμενους στην αυλή και την τραπεζαρία».

Ο γαλλόφωνος Σενεγαλέζος Λεοπόλντ Σεγκόρ (1906 – 2001) ποιητής τον συντρόφευε, καθώς κοιτούσε τη θάλασσα του Ευβοϊκού:

«Κι όταν κάνει λιακάδες, βγαίνω και κάθομαι αντικρυστά στο πέλαγος.

»Τώρα μελοποιώ τον Σενεγαλέζο ποιητή Σενγκόρ.

»Οι συναγωνιστές περνούν δίπλα μου και τους σιγοψιθυρίζω τα καινούργια μου τραγούδια. Είχα σκοπό να γράψω δώδεκα. Εφτασα τα τρία.

Το εξώφυλλο της δεύτερης έκδοσης (Αθήνα, 1974), με το ανάπτυγμα του εσωτερικού του, με φωτογραφίες από το κολαστήριο του Ωρωπού

»Με πήραν για τη Σωτηρία. Δεν ξαναγυρνώ στο στρατόπεδο.

»Οι ήχοι των τελευταίων μου τραγουδιών έμειναν κρεμασμένοι στους υγρούς τοίχους του θαλάμου, πάνω από τις λαμαρίνες της κουζίνας, μέσα στις καρδιές των συντρόφων μου.

»Εως σήμερα δεν ξανάγραψα μουσική. Ολη τη μουσική μου την άφησα στο στρατόπεδο. Ενα ποτάμι γεμάτο μουσική, όνειρα, ελπίδες και καημούς».

Δημοσιεύουμε τους στίχους δύο ποιημάτων, πίσω από το συρματόπλεγμα του Ωρωπού, τα οποία δεν κυκλοφόρησαν μελοποιημένα σε δίσκο. Ομως μονάκριβα τεκμήρια, που καταδεικνύουν πως μέσα από το σκοτάδι της τυραννίας, ο ποιητής Μίκης Θεοδωράκης προσδοκά ότι τη λύτρωση θα τη φέρει ο πρωτοστάτης λαός:

ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΜΑΣ ΧΡΟΝΙΑ

Τα καλύτερά μας χρόνια – θάλασσα πλατιά

μες στο σύρμα – τα περνάμε – μάνα μου γλυκιά.

Για ένα όνειρο, μια ιδέα

χίλιες μέρες, χίλιες νύχτες, χίλιους αναστεναγμούς

τους εχθρούς του πάλι ο λαός

θα σαρώσει σαν άγριος ποταμός

θα τους πνίξει μες στο αίμα

στην οργή και στην ντροπή.

ΣΤΟΝ ΩΡΩΠΟ

Στον Ωρωπό θα βρεις μια γη ελληνική

που την ποτίζουν με μια πίστη θεϊκή

τα παλικάρια που για την ελευτεριά

αφήνουν μάνες, κόρες, σπίτια και παιδιά.

Το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης του δίσκου «Τα τραγούδια του αγώνα» (Λονδίνο, 1971, Αρχείο Δισκοπωλείου «Λιοτρόπια»)

Ελληνες, αδέλφια του Φεραίου,

Ψάλετε περήφανα τραγούδια λευτεριάς.

Για να λείψει πάλι το σαράκι

που μας τρώει τη σάρκα την ελληνική

ενωμένοι μέσα στον Αγώνα

για να λάμψει νέα νίκη λαϊκή.

Το ανάπτυγμα του εσωτερικού της δεύτερης έκδοσης, με φωτογραφίες από το κολαστήριο του Ωρωπού
Ο ανθρωποφύλακας όρθιος, «αναπαύεται» με γυρισμένη την πλάτη στον φωτογραφικό φακό, «μετρώντας» τον χρόνο της βάρδιάς του, στο αποτρόπαιο έργο που τον έχουν διατάξει

Γράφει ο Βασίλης ΚΑΛΑΜΑΡΑΣ
πηγή «΄Ρ»

Comments are closed.