Ειρήνη Παπά: Η γυναίκα – Οδυσσέας έπιασε λιμάνι

0
105

Γράφω σήμερα για μια γυναίκα που είναι «ένας ολόκληρος γαλαξίας», όπως λέει ο Μανούσος Μανουσάκης, που μοιάζει με «άγριο περήφανο άλογο» σύμφωνα με τον Μετζικώφ και η Τατιάνα Παπαμόσχου έχει πει πως συνυπήρξε με «ένα πλάσμα που περνούσε και άκουγες τριγύρω ένα άαααα!». Ενα κείμενο για την Ειρήνη Παπά, την Ρηνούλα απ’ το Χιλιομόδι, την διεθνή Ιρένε Πάπας, την γυναίκα – Οδυσσέα, την 13η Ελληνίδα θεά.* * *

Η Ειρήνη Λελέκου γεννήθηκε μέσα σε οικογένεια δασκάλων. Η δασκάλα μαμά, ο δάσκαλος παππούς, η δασκάλα θεία και ο καθηγητής κλασικού δράματος μπαμπάς φροντίζουν όχι μόνο για τη μόρφωσή της, αλλά τη μεγαλώνουν ελεύθερη, ατρόμητη και με ιστορίες γενναίων αρχαίων και νέων Ελλήνων.

Ο προπάππους της, Σταύρος Λελέκος, στα τέλη του 19ου αιώνα γράφει το πρώτο συντακτικό της ελληνικής γλώσσας. Η μικρή Ειρήνη μεγαλώνει σε άγριους καιρούς, μέσα σε πραξικοπήματα, συγκρούσεις, εμφύλιες διαμάχες, αναστολή του Συντάγματος, κλειστό κοινοβούλιο, τρομοκρατία…

Οι δάσκαλοι και οι καθηγητές υποχρεώνονται τότε να εντάξουν τους μαθητές στην ΕΟΝ για την «επωφελή διάθεσιν του ελευθέρου – από της εργασίας – χρόνου των νέων, προς ανάπτυξιν του εθνικού φρονήματος και της πίστεως προς την θρησκείαν» κ.λπ. κ.λπ. Οχι όμως οι γονείς της Ειρήνης. Εκείνοι θέλουν ένα παιδί ανεξάρτητο, περήφανο, που θα εκτιμά την ελεύθερη ζωή στη φύση, την οποία και θα σέβεται. Οταν δεν είναι σκαρφαλωμένη στα δέντρα, ακούει από την γιαγιά της αρχαίους μύθους ή ζει σε έναν κόσμο φαντασίας που δημιουργεί η μάνα της, που δεν σταματά να ζωγραφίζει.

«Αγάπησα περισσότερο την μητέρα μου και λιγότερο τον πατέρα μου», λέει χρόνια αργότερα. «Στο σόι μας ήταν παραμυθάδες όλοι. Η γιαγιά μου ήξερε του κόσμου τις ιστορίες, όπως και η μάνα μου που τις φανταζόταν, και το σπίτι μας ήταν γεμάτο ανθρώπους που μιλούσαν πολύ, συνεχώς, ακατάπαυστα. Η μάνα μας έλεγε παραμύθια σε συνέχειες, κάθε βράδυ. Αυτά τα σίριαλ στην τηλεόραση δεν είναι τίποτα μπροστά στη δική της μυθοπλασία σε συνέχειες. Υπήρχε γύρω μας ένας αόρατος κόσμος και αυτός ήταν για εμένα ο εντελώς πραγματικός. Και εγώ ζούσα σ’ αυτό το σύμπαν φαντασίας. Πίστευα πως τα καλύβια τα μεσάνυχτα ανοίγουν τις πόρτες τους και από μέσα βγαίνουν ορχήστρες, που παίζουν εξαίσιες μουσικές και πως οι κολοκύθες λιώνουν σιγά – σιγά τη νύχτα και στο τέλος γίνονται γυναίκες λαμπερές και πως στις τρύπες των μυρμηγκιών στα χωράφια από μέσα έχει τεράστιες σκάλες, και άμα τις κατέβεις φτάνεις στην ψυχή της γης, που είναι ο κόσμος όλο σοκολάτα, δρόμοι, λίμνες και σοκολατένια παλάτια».

Ο δάσκαλος πατέρας είναι πραγματιστής και πιστεύει πως από τους αρχαίους συγγραφείς μέχρι τον Γκαίτε είναι η ουσία της γνώσης. «Από τον Γκαίτε και μετά όλοι οι άλλοι γράφουν τόμους μιας λέξης», έλεγε. Μεγαλώνει τα κορίτσια του ελεύθερα στη φύση, θέλει να επικοινωνούν μαζί της και να σέβονται τους δικούς της νόμους. «Χίπηδες πάνω στα βουνά ήμασταν από παιδιά», λέει η Ειρήνη Παπά σε μια εκμυστήρευσή της το 1974. «Δεν μας έφτανε ο καθαρός αέρας στο Χιλιομόδι, αλλά το καλοκαίρι μας έπαιρνε και ανεβαίναμε ψηλά στο βουνό, στο Μετόχι και ήμασταν, ένα δέντρο, ένα πηγάδι, ένα εκκλησάκι και εμείς, πάντα ελεύθερα».

Ο δάσκαλος πατέρας ονειρεύεται να διαπλάσει ανθρώπους, όχι πολίτες β’ κατηγορίας, όπως θεωρούσε η κοινωνία τότε τις γυναίκες. «Στον πατέρα μου έχω χρεώσει δυστυχίες μου πολλές, αλλά και του χρωστάω πολλά. Με έκανε αυτό που είμαι. Με έμαθε να έχω πάντα αμφιβολίες και να ρωτάω το γιατί. Να ‘μαι και εγώ και οι αδελφές μου περήφανες γυναίκες. Οχι να είμαστε σκυμμένες και να κεντάμε μαξιλαράκια, αλλά να διαβάζουμε Αριστοτέλη! Διδάχθηκα την ασέβεια από τον πατέρα μου. Με έμαθε πως μια και μόνο αριστοκρατία υπάρχει, η αριστοκρατία του πνεύματος. Δεν υπάρχουν “κύριοι” και επίσημοι, αλλά άνθρωποι και πως η αγάπη με εξυψώνει», έλεγε στην Αλεξάνδρα Τσόλκα, πριν πολύ καιρό.

Στο σύμπαν αυτής της απίστευτης γυναίκας έζησαν και θα ζουν για πάντα η απαράμιλλη «Ηλέκτρα», η Ελένη, η γυναίκα του Λαμπράκη στο «Ζ», η Μαρία στα «Κανόνια του Ναβαρόνε», η χήρα στον «Ζορμπά», η Κυρά Φροσύνη, η Μπουμπουλίνα, η άκαρδη γιαγιά στην «Ερέντιρα» του Μάρκες, η Τζούλια στο «Ο Χριστός σταμάτησε στο Εμπολι» και τόσες ακόμη. Ελεγε πριν λίγα χρόνια στον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο: «Αντιμετωπίζω τη ζωή μου σαν μια άσκηση διαρκούς απογύμνωσης – το μόνο που μ’ ενδιαφέρει είναι η τέχνη μου. Και (με μεγάλα διαλείμματα χηρείας) κάποιος μεγάλος έρωτας. Υπάρχει ένα είδος απελπισίας, που δεν μπορείς να είσαι πλέον λυπημένος. Που δεν αντέχεις άλλη λύπη. Κάθε άνθρωπος που είναι ενήμερος της μοίρας του, ξέρει πότε χτυπάει το καμπανάκι. Ο χρόνος αρχίζει και μικραίνει. Συνειδητοποιείς ότι γεννήθηκες όταν δεν το ήθελες, κατοικείς ένα σώμα που δεν το ξέρεις και τελικά δεν ορίζεις τίποτα. Τότε δεν σου μένει παρά να υιοθετήσεις τη ζωή σου. Υιοθετείς ιδανικά, υιοθετείς αγάπες, απλώς και μόνο για να επιβιώσεις».

Η Ειρήνη Παπά – σημείωνε τότε ο Τσαγκαρουσιάνος – έχει διαρκώς το βάρος του image της. Την τυραννάει η άγρια αγέρωχη «Ελληνίδα» του κινηματογράφου – θέλει να ξεμπερδεύει γρήγορα με τις παρεξηγήσεις και έτσι σου παρουσιάζει την πιο πεζή εκδοχή της καθημερινότητάς της. «Η φήμη τίποτα δεν μου ‘δωσε», έλεγε η Παπά. «Αντίθετα, έχει διαλύσει την προσωπική ζωή μου. Γιατί ο άνθρωπος που θα με πλησιάσει, ας πούμε ερωτικά, έχει αγαπήσει προηγουμένως την εικόνα μου και τη μεταφέρει, σαν το γάλα που χύνεται, πάνω σε όλο μου τον εαυτό. Δεν έχω σχέση εγώ μ’ αυτήν! Είμαι άνθρωπος. Και τρυφερή και άγρια και όλα».

Ομως το θέμα στο οποίο η Ειρήνη Παπά γλιστράει διαρκώς, είναι ο έρωτας – οι άντρες. Εχει ένα είδος μικρής εμμονής: Τα βάσανα της αγάπης, το σκαμπανέβασμα των σχέσεων, το πάθος και ο χωρισμός. «Μπορείς να πιστέψεις ότι εγώ κάποτε έζησα σαν καλόγρια; Περάσανε 10 συναπτά χρόνια και δεν με είχε αγγίξει άνθρωπος, δεν είχα φιληθεί ούτε μια φορά. Γιατί είχα τόσο πολύ ταπεινωθεί απ’ την κατάληξη ενός έρωτα, που δεν το άντεχα. Γιατί εγώ δεν έχω απλώς ορμή – τα πάντα είναι κάθε φορά ένας άνθρωπος»…

Σε εκείνη τη συνέντευξη είχε αρνηθεί το σκληρό της image: «Μια δειλή είμαι. Ακόμα και στο θέατρο βγήκα για να ξεπεράσω την τεράστια δειλία μου. Από μικρό παιδί ήμουνα μοναχή, κλεισμένη. Πέρασα χρόνια ταλαιπωρία για να αποτινάξω τις ηρωικές συμπεριφορές που μου επέβαλλε η εικόνα μου και να πω “Ειρήνη, είσαι αυτό που είσαι – μια δειλή”».

Το 2004 αποκαλύπτει στην ιταλική εφημερίδα «Corriere della Sera» ότι έζησε μια μακρά και «μυστική αγάπη» με τον Μάρλον Μπράντο. Είχαν συναντηθεί – είχε πει τότε – το 1954 στη Ρώμη. Εκείνος γοητεύεται από την ομορφιά και το ταμπεραμέντο της. Ζουν μια παθιασμένη σχέση, που μένει κρυφή από τους δημοσιογράφους. Πολλά χρόνια μετά αποκαλύπτει: «Αγαπούσα πολύ τον Μπράντο και νοιαζόμουν για εκείνον. Ηταν το μεγάλο πάθος της ζωής μου».

Συναντιούνται τελευταία φορά στην Αθήνα το 1999. Εκείνος, μαζί με τον Φελίνι και την φίλη της Κάθριν Χέμπορν, έλεγαν πως η Ειρήνη είναι η «σπουδαιότερη ηθοποιός του κόσμου». Εκτός από τον Μάρλον Μπράντο, «σημαδεύει» και τον Αντονι Κουίν και πολλούς από τους ξένους και Ελληνες συμπρωταγωνιστές της (ανάμεσά τους και τον Μάνο Κατράκη), ενώ είναι δεδομένο πως ο βαθύπλουτος Αγά Χαν, σύζυγος της θρυλικής Ρίτας Χέιγουορθ, υπήρξε ερωτευμένος μαζί της, αν και η ίδια δεν πίστεψε ότι αγαπήθηκε ποτέ από κανέναν.

Ζωντανή Καρυάτιδα

Δεν ήταν καν 15 ετών όταν ξεκίνησε ως ραδιοφωνική παραγωγός, τραγουδίστρια και χορεύτρια σε διάφορες εκδηλώσεις. Οταν στην εφηβεία της δηλώνει στην μητέρα της πως θέλει να γίνει ηθοποιός, εκείνη την αντικρούει λέγοντας: «Ναι, για να σε περάσουν ακόμα και τα γαϊδούρια». Στεναχωριέται πολύ η Ειρήνη, αλλά της απαντάει: «Ας γίνει έτσι! Οσο γρηγορότερα, τόσο το καλύτερο». Κι έτσι γίνεται.

Φεύγει. Σπουδάζει υποκριτική στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Παρθενική θεατρική εμφάνιση το 1948, στην επιθεώρηση των Σακελλάριου – Γιαννακόπουλου «Ανθρωποι Ανθρωποι», στη Λυρική Σκηνή. Τεράστια αντίθεση και πράξη επαναστατική για ηθοποιό κλασικής παιδείας. Η Ειρήνη λέει το ναι, γιατί της αρέσουν οι ηθοποιοί της επιθεώρησης, του μουσικού θεάτρου, που είναι πιο φυσικοί και πιο κοντά σε αυτό που εκείνη θεωρεί καλό παίξιμο. Του Εθνικού δεν τους μπορεί, τους θεωρεί ψεύτικους.

Οταν την βλέπει πρώτη φορά ο Σακελλάριος να περπατά στο Σύνταγμα, την αποκαλεί «ζωντανή Καρυάτιδα». Τη γνωρίζει στον Φίνο και έτσι παίζει στην πρώτη της ταινία το 1948. Είναι οι «Χαμένοι άγγελοι» του Νίκου Τσιφόρου. Τρία χρόνια μετά ο Φρίξος Ηλιάδης γυρνά μαζί της την «Νεκρή Πολιτεία» με τον Γιώργο Φούντα στον Μυστρά. Η ταινία συμμετέχει στο Φεστιβάλ Καννών και εκεί, με την πρώτη προβολή, ο κόσμος βρίσκει μια πρωταγωνίστρια που σαν να ‘χε έρθει από την αρχαϊκή πομπή των Παναθηναίων.

Το 1952 οι Κάννες ασχολούνται μόνο με την Παπά! Το παγκόσμιο σινεμά ερωτεύεται το αγρίμι από το Χιλιομόδι Κορινθίας… Τα υπόλοιπα είναι ιστορία. Στέκεται 100 τουλάχιστον φορές απέναντι από την κάμερα σε διεθνείς παραγωγές, αριθμός ταινιών – ρεκόρ για Ελληνίδα ηθοποιό.

Τρεις από τις ταινίες στις οποίες η Ειρήνη Παπά πρωταγωνιστεί προτείνονται για Οσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας, με την γαλλόφωνη «Ζ» του Κώστα Γαβρά να το κατακτά, ενώ υποψήφιες υπήρξαν επίσης και δύο ελληνικές ταινίες, μεταφορές στη μεγάλη οθόνη αρχαίων τραγωδιών, η «Ηλέκτρα» και η «Ιφιγένεια». Συμμετέχει σε πολλές χολιγουντιανές παραγωγές, ενώ πρωταγωνιστεί και στο Μπρόντγουεϊ. Πάντα όμως ξεκαθαρίζει: «Δεν είπα ποτέ πως εγώ “είμαι επιπέδου ευρωπαϊκού”. Εγώ είμαι επιπέδου ελληνικού».

Σύμφωνα με τον Αμερικανό κριτικό κινηματογράφου, δημοσιογράφο και σεναριογράφο Ρότζερ Ιμπερτ, η Παπά, που έγινε ένα παγκόσμιο σύμβολο, μια διεθνής εκπρόσωπος του μεσογειακού πολιτισμού, μεταφέροντας παντού τη δύναμη της αρχαίας τραγωδίας, είχε τρία μειονεκτήματα, το ύψος της, που έκανε πολλούς ηθοποιούς να μην θέλουν να σταθούν δίπλα της, την ομορφιά της, που ήταν ανταγωνιστική για τις άλλες ηθοποιούς, και την «βαριά» πελοποννησιακή προφορά της.

Ο Πορτογάλος σκηνοθέτης Μανοέλ Ντε Ολιβέιρα είχε πει ότι είναι «η πανέμορφη και μεγαλοπρεπής φιγούρα που ενσαρκώνει τη γυναικεία ψυχή στη βαθύτερη έκφρασή της και την εικόνα της Ελλάδας όλων των εποχών». Κάθε φορά που παίρνει κάποιο βραβείο στην Ιταλία, όπου τη λατρεύουν και την αποκαλούν Bella Greca και Irene Nostra (δηλ. «η δικιά μας Ειρήνη»), διευκρινίζει: «Η Αθήνα θα είναι πάντα η μητέρα μου, αλλά η Ρώμη είναι η δεύτερη μητέρα μου, από ξεκάθαρη επιλογή μου».

Στην Ιταλία καταφεύγει στα χρόνια της χούντας, δεδομένου ότι είναι κομμουνίστρια και η ζωή της γίνεται πια πολύ δύσκολη στην πατρίδα της. Αλλά και η Πορτογαλία αγάπησε πολύ την Παπά κι έδειξε την εκτίμησή της, με την υποστήριξη στο θέατρο που ίδρυσε η μεγάλη ηθοποιός εκεί, για να παίζονται αρχαίες τραγωδίες. Γι’ αυτό το θέατρο η Ειρήνη Παπά διέμενε στην Πορτογαλία τα τελευταία ενεργά χρόνια της.

Η Ειρήνη και η Μέλια

Η Ειρήνη Παπά, η επιφανέστερη εν ζωή Ελληνίδα, αποσύρθηκε μεγαλοπρεπώς. Οπως μεγαλοπρεπώς έζησε. Η συγγραφέας και ζωγράφος Μέλια Τατάκη είναι η αγαπημένη της ανιψιά, αλλά και ο φύλακας – άγγελός της τα τελευταία χρόνια, μετά από την περιπέτεια της υγείας της. Ζουν μαζί στα βόρεια της Αθήνας και φροντίζει να μην της λείπει τίποτα, να έχει την περιποίηση και τη θεραπεία που χρειάζεται από επιστημονικό επιτελείο και την προστατεύει με κάθε τρόπο.

Κι όπως μου λέει χαρακτηριστικά: «Είναι η αδελφή της μητέρας μου. Η αγαπημένη μου θεία. Εχει πάντα την απόλυτη αφοσίωση και τη φροντίδα μου, αλλά και την αγάπη όλων των ανιψιών της. Εγώ ειδικά της οφείλω πολλά. Αν δεν με βοηθούσε η Ειρήνη, δεν θα είχα κάνει τις σπουδές που έκανα και μπορεί να μην είχα καταφέρει και πολλά πράγματα στη ζωή μου». Την είπαν γυναίκα – Οδυσσέα. Ομως τα ταξίδια, οι περιπέτειες, οι εξερευνήσεις, οι περιπλανήσεις τέλειωσαν. Καιρό τώρα το αστραφτερό μυαλό της ζει σε κάποια αρχαία γειτονιά, σε κάποια από εκείνες που μικρή την πήγαιναν βόλτα οι γονείς της και που αγάπησε πολύ.

Της  Σεμίνας ΔΙΓΕΝΗ

αναδημοσιευση απο ”Ρ”       

Γιωργος Αντωνακακης           

Comments are closed.