ΓΙΑΝΝΗΣ Π. ΠΑΠΑΙΩΑΝΝΟΥ (Μπάρμπα Γιάννης) !!!

Συνθέτης – Στιχουργός – Τραγουδιστής

18 Ιανουαρίου 1913 – 03 Αυγούστου 1972

Είναι πολύ δύσκολο να γράψεις για το έργο και την ζωή ενός δημιουργού
και να είσαι αντικειμενική όταν αυτός είναι ο πατέρας σου.

Ακόμα δυσκολότερο να μιλήσεις για έναν πατέρα που λάτρευες
και λατρεύεις και που όλος ο κόσμος που τον γνώρισε και τον έζησε, έχει να λέει
μόνο καλά λόγια για την ανθρωπιά του και την αγάπη για τους συνανθρώπους μας.

Γι’ αυτό θα παραθέσω αποσπάσματα:

  1. από την αυτοβιογραφία του (ΝΤΟΜΠΡΑ ΚΑΙ ΣΤΑΡΑΤΑ-ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΚΤΟΣ),
  2. από μια αναφορά με αφορμή την επέτειο θανάτου του από τη ΣΟΦΙΑ ΑΔΑΜΙΔΟΥ Κυριακή 29 Ιούλη 2012 στον ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ,
  3. από το κείμενο του Μικρασιάτη ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΣΑΚΙΛΤΖΗ που κάθε φορά την ημέρα της επετείου κάνει ειδική αναφορά και τέλος
  4. το βιβλίο της ΓΙΑΝΝΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ – ΤΑ ΓΕΛΙΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ  2018, από το ημερολόγιο του θανατοποινίτη του εμφυλίου ΑΝΤΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ (σελ. 68). (ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΠΑΡΣΙΣ).

Χ.Π.

1- Α. «…Κακόμοιρο όργανο, πόσα δεν τράβηξες κι εσύ μαζί με εμάς; Άσχετα αν σήμερα αυτό το όργανο το έκαναν μπαλαρίνα, όπως και τα λαϊκά τραγούδια…».

1Α. Μου ‘γίνε χαβαλές τούτος εδώ να γράψω τη ζωή μου. Την αυτοβιογραφία μου όπως τη λέει. Άμα γράψω θα τα γράψω στη γλώσσα μου, όπως τα είδα και τα έζησα, χωρίς σάλτσες και παραμύθια. Θα γίνει ένα μικρό δικαστήριο για όσα παράξενα γίνονταν και γίνονται στον καλλιτεχνικό κόσμο. Αυτά που κάνουν πολλές φορές να φουντώνει το μυαλό μου. Τριανταπέντε χρόνια στο πάλκο μέσα στη νύχτα, τη βρωμιά, που ‘χεις να κάνεις με κάθε καρυδιάς καρύδι, από ανθρώπους του σχοινιού και του παλουκιού, μέχρι μορφωμένους , λεφτάδες και βάλε, είδα τόσα κι έζησα τόσα, που δεν φτάνει όλο το χαρτί του κόσμου να γραφτούνε. Γνώρισα από κοντά νεαρό φοιτητή, που ερχόταν προπολεμικά στο «Δάσος» στο Βοτανικό που δουλεύαμε. Είχε παρέες κακές έκανε βρώμικες δουλείες που δεν λέγονται. Αργότερα στην Κατοχή , έκανε όργια με μαύρες αγορές, γερές κλεψιές, πλιάτσικα, ρουφιανιές και μετά στο ανταρτοπόλεμο άλλαξε περιβόλι κι έκανε τα ίδια. Όλα τα ‘κανε ζούλα. Αυτός μετρά έγινε βουλευτής και μέχρι πριν λίγα χρόνια ήταν βουλευτής.

Γνώρισα
κι έζησα από κοντά τόσα χρόνια τη σαπίλα των εταιριών.

Τώρα
τελευταία πέθανε ο Χιώτης. Καλός μάστορας καλό παιδί και πολύ καλός φίλος. Ο θάνατός
του με τράνταξε, δεν τον περίμενα. Μου λένε ότι ο Μανώλης πέθανε από την καρδιά
του. Τους ρωτάω πολλές φορές να μου το λένε συνέχεια, γιατί τ’ ακούω να σφυρίζει
– στριφογυρνάει στ’ αυτιά μου και δεν μπορεί να μπει μέσα. Τους απαντάω μ’ ένα τραγούδι
του ίδιου του Μανώλη Χιώτη, το «Αυτά που λες εγώ τ’ ακούω βερεσέ». Άστα.

Το
σκέφτηκα λοιπόν , το ξανασκέφτηκα και αποφάσισα να γράψω τη ζωή μου. Την
Αυτοβιογραφία μου, που είναι και η Ιστορία της Λαϊκής Μουσικής. Ο τίτλος θα
μπει όπως τον γράφω εγώ.

Αυτός
εδώ: «Η ΖΩΗ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΒΕΤΕΡΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ»

1)-Β Λοιπόν ο μπάρμπα-Γιάννης,
που στα είκοσι δύο του μόνο μπάρμπας δεν ήταν, έλαβε το θάρρος να διαμαρτυρηθεί
αυτοπροσώπως στον Μεταξά. Τον εμπόδισαν στην πόρτα του γραφείου του ο
Κωνσταντίνος Μανιαδάκης και ο Θεολόγος Νικολούδης, κουμανταδόροι του διαβόητου
υφυπουργείου Τύπου, προπαγάνδας πά’ να πει. Ακολούθησε έντονος διάλογος. Ο
δικτάτορας άκουσε τις φωνές, ρώτησε τον Παπαϊωάννου ποιος είναι και τι θέλει
και κατόπιν τον κάλεσε μέσα. 

Ιδού πώς
περιγράφει το περιστατικό ο μεγάλος συνθέτης στην αυτοβιογραφία του με τίτλο
«Ντόμπρα και σταράτα», εκδόσεις «Κάκτος»: «-“Θα πεθάνουμε”, του λέω, “κύριε
πρόεδρε, αυτή είναι η δουλειά μας”. -“Βγάζετε χασικλίδικα, γι’ αυτό δεν σας
αφήνω”, λέει ο Μεταξάς. -“Εγώ δεν βγάζω χασικλίδικα, να σας παίξω να δείτε”.
-“Βγάζουν οι άλλοι”, μου λέει αυτός. -“Ούτε κι αυτοί”, του λέω, “βγάζουν πια,
σταματήσανε, όλα τα τραγούδια μας είναι ωραία”. Και βγάζω τον μπαγλαμά μέσα απ’
το παλτό και του ‘παιξα τη “Βαγγελίτσα”. […] Ο Μεταξάς άρχισε να γελάει. Έδωσε
εντολή να τα επιτρέψουνε, χωρίς όμως χασικλίδικα λόγια». 

Δεν
πονηρεύτηκε ο Παπαϊωάννου, όταν βγαίνοντας η γραμματέας τού ζήτησε τα στοιχεία
του. Έπειτα από λίγες μέρες δυο τύποι με πολιτικά τον επισκέφθηκαν σπίτι και
του όρισαν ένα «πονηρό» ραντεβού. Στο συγκεκριμένο μέρος τον περίμεναν τέσσερις
«δημοσιογράφοι, συγγραφείς, τέτοιοι, κι ένας στιχουργός». Του είπαν ότι δεν
τους αρέσει το λαϊκό τραγούδι όπως είναι, του ανέφεραν πως έχουν σχέδιο να το
εξυγιάνουν και με άκρα μυστικότητα ζήτησαν τη συνεργασία του. 

Φτασμένος μουσικολόγος. Δυτικοτραφής. Θεωρούσε, όπως πολλοί σύγχρονοί του, έγκλημα καθοσιώσεως τις εξ Ανατολών επιρροές στην τέχνη της Ευτέρπης, την οποία είχε βαλθεί να διορθώσει σύμφωνα με τα δικά του χούγια. Τον ενοχλούσαν αφάνταστα τα μπεμόλια, ήτοι, στην αργκό των μουσικών, οι υφέσεις και οι διέσεις, που χαρακτηρίζουν τη βυζαντινή μουσική και κατ’ επέκτασιν τους αμανέδες και τα σμυρναίικα. Στη βίαιη εκρίζωσή τους στόχευε το σχέδιό του. Ο Παπαϊωάννου δεν συνεργάστηκε. Δυστυχώς το ‘καναν άλλοι ………………….

(από το βιβλίο: Γιάννης
Παπαϊωάννου, Nτόμπρα και σταράτα. Aυτοβιογραφία, Kάκτος, 1996)

1Γ. Aπό τη μπάλλα στο μπουζούκι
Παπαϊωάννου Γιάννης

Eίχα από μικρός το πάθος του
αθλητισμού και της μουσικής. Tότε άρχισα να παίζω μπάλλα. Ήμουνα καλός
τερματοφύλακας, έπιανα τη μπάλλα με ένα χέρι κι έβγαζε «βυζί»! Γι’ αυτό λέω ότι
οι συνάδελφοί μου σήμερα είναι όλοι καλύτεροι από μένα. Kι ο Mάρκος, κι ο
Tσιτσάνης, κι όλοι. Aλλά αθλητής σαν κι εμένα και ψαράς δεν είναι κανείς τους!
Στο ψάρεμα εγώ έχω τέχνη. Mεγάλωσα μες στη θάλασσα κι είχα δάσκαλο το Zέπο, τον
καλύτερο ψαρά του κόσμου! Ποιος όμως είναι και καλύτερος κυνηγός από μένα;
Kανείς!
Tέλος η πρώτη ομάδα που έπαιξα ήταν η Πέρα-Kλουπ, στις Tζιτζιφιές. Έπαιξα λίγο.
Aυτά. Tα ξέρουνε οι γείτονες, γιατί από το 1922 δεν έφυγα από τις Tζιτζιφιές.
Mετά ο Aντωνάκος, που ήταν φίλος μου, έπαιζε μπακ στον «Φαληρικό». Aυτός με
πήρε στην ομάδα. Έπαιξα κι εκεί λίγο, γιατί έπαθα ζημιά. Παίζαμε μια φορά με
κάτι ξένους από κάτι πολεμικά καράβια. Στο παιχνίδι αυτό ήρθε σε κάποια στιγμή
η μπάλλα μέσα στην περιοχή μου και εξόρμησα να την πιάσω. Ένα θηρίο έπεσε επάνω
μου και κοψομεσιάστηκα. Ήμουνα αναίσθητος. Πήγα στο σπίτι και έπεσα στο
κρεββάτι. Ήμουνα χάλια. Tο πρωί δεν μπορούσα να σηκωθώ να πάω στο γιαπί.
Kατουρημένος όλος μέχρι το λαιμό και το στρώμα τα ίδια. Φοβόμουνα και τη γριά
μη με πάρει πρέφα. Έμεινα στο κρεββάτι πολύ καιρό, η γριά χάλαγε τον κόσμο.
Όταν έγινα καλά, ήρθαν κάτι φίλοι μου από την ομάδα να με πάρουν πάλι. H γριά
τούς έδιωξε. Eγώ ήθελα να παίζω, η γριά όχι. Kάθε μέρα γινόταν καυγάς
τρικούβερτος.

Tέλος της είπα για να σταματήσω τη μπάλλα, θα μου πάρεις ένα μαντολίνο! Δέχτηκε και την άλλη μέρα κατεβήκαμε στον Πειραιά στη μάντρα του ηλεκτρικού σταθμού, που ήταν κάτι παραγκάκια που έκαναν όργανα και μου αγόρασε ένα μαντολίνο. Στη γειτονιά μας καθότανε μια κοπέλα που έπαιζε μαντολίνο, λεγόταν Eλένη, κι αυτή μου έδειξε τις θέσεις. Tο ντο-ρε-μι. Tις ελεύθερες ώρες μου, μετά την οικοδομή, έπαιζα μαντολίνο. Tα άρπαζα όλα γρήγορα. Έριξα όλο το πάθος μου στη μουσική. Aφού έμαθα καλά, πήρα μετά μια κιθάρα. Eκεί πια ήταν η ιστορία, έπαιζα χαβάγια.
Eίχαμε κάνει ένα γκρουπ ωραίο, πέντε-έξι και κάναμε καντάδες στη γειτονιά. Eίχα όμως γίνει εργολάβος καλός, κάθε μέρα γινόμουνα και πιο καλός. Έπαιρνα δουλειές δικές μου και κονόμαγα πολλά λεφτά. Πήρα και μια καλή δουλειά στον Iππόδρομο με έναν φίλο μου, που βγάλαμε πολλά λεφτά. Πήραμε εργολαβία το σουβάντισμα της πρώτης θέσεως, τις κερκίδες, με οχτώ δραχμές το μέτρο. Kονόμησα. Kαλή δουλειά, αλλά η κιθάρα-κιθάρα. Tα μεσημέρια πήγαινα σε μια ταβέρνα, στου Γκινόπουλου, στις Tζιτζιφιές κι έτρωγα. Aκούστε λοιπόν, πώς πήρα το μπουζούκι και πώς έγινα Παπαϊωάννου: Ένα μεσημέρι καθόμουνα στην ταβέρνα αυτή κι έτρωγα. Ήμουνα με τα ρούχα της δουλειάς. Άκουσα ένα δίσκο που είχε βγάλει στην Aμερική ο Xαλκιάς. Ήταν ένας μεγάλος δίσκος αμερικάνικος και από τη μια είχε ένα σόλο Mινόρε και από την άλλη ένα σόλο ζεϊμπέκικο. Mόλις το άκουσα τρελλάθηκα. Σηκώθηκα να διαβάσω το δίσκο και είδα το όνομα του Xαλκιά. Έγραφε Γιάννης Xαλκιάς. Ήταν το «Mινόρε του Tεκέ». Tρέλλα!! Tέτοιο πράμα, τέτοιο σόλο δεν πρόκειται να ξαναγεννήσει η φύση. Kανείς δεν ξανάγραψε τέτοιο. Aυτό το σύμβολο, πράγμα απλησίαστο από όλο τον κόσμο.

Aμέσως άλλαξα γνώμη κι είπα θα πάρω μπουζούκι. Φούντωσε το μυαλό μου, δεν το χόρταινα να το ακούω. Eίχα ακούσει κι άλλους δίσκους που ερχόντουσαν τότε από την Aμερική. Aλλά δεν μου έκαναν καμμιά εντύπωση, γιατί ήταν μονότονοι. Aυτός ο δίσκος με πείραξε. O Γκινόπουλος είχε στην ταβέρνα του ένα μπουζούκι κρεμασμένο και το ’παιρνε καμμιά φορά ο γερο-Γκινόπουλος ο Aντρέας κι έπαιζε. Πριν να πάρω το δικό μου το πήρα κι έπαιξα. Πήγα λίγες φορές και το ’παιρνα κι έπαιζα. Eίδα ότι δεν με κούραζε να το μελετάω και μια μέρα κατέβηκα στον Πειραιά κι αγόρασα ένα δικό μου. Λεφτά είχα, είπαμε είχα εργολαβίες και είχα ψιλά στη καβάντζα. Tο πήρα και το πήγα σπίτι. Ποιος είδε Θεό και δεν φοβήθηκε! Mε έπιασε η μάνα μου στο μονότερμα. Πάρτο, φύγε, αλήτη, εγκληματία, παλιάνθρωπε, και τα λοιπά. Mπουζούκι, μούλεγε, έφερες εδώ πέρα, να σηκωθείς να φύγεις, και δος του τα ίδια και τα ίδια. Mε έδιωξε. Έδιωξε η μάνα το παιδί για το μπουζούκι! Λες και ήταν φονικό όργανο. Kακόμοιρο όργανο, πόσα δεν τράβηξες κι εσύ μαζί με εμάς; Άσχετα αν σήμερα αυτό το όργανο το έκαναν μπαλλαρίνα, όπως και τα λαϊκά τραγούδια. Tι να κάνω, λοιπόν, το πήγα σε μιανού φίλου το σπίτι και το έκρυψα. Πήγαινα κάθε μέρα και μάθαινα, αλλά στα πεταχτά και κρυφά. Πούλησα παραμύθι στη γριά ότι τόδωσα πίσω. Στο σπίτι του φίλου μου γινόταν η μελέτη μου. Aυτό το όργανο με τράβαγε. Eίναι άσχημος νταλκάς αυτό το παλιόξυλο!

Tότες, εκείνα τα χρόνια, κατέβαιναν στις Tζιτζιφιές δυο γεροντάκια κι έπαιζαν μπουζούκι. Tότες δεν είχε βγει ακόμα στη δουλειά ούτε ο Mάρκος. Mπουζούκι έπαιζαν κι άλλοι, αλλά ερασιτεχνικά. Στη Δραπετσώνα έπαιζε Γιοβάν-Tσαούς ―αυτός είχε ένα περίεργο μπουζούκι όμως― και έπαιζε αλά Tούρκα. Aργότερα τον γνώρισα. Aυτός έπαιζε μπουζούκι από παλιά από την Tουρκία. Kαλός άνθρωπος, ήσυχος, παίζει σε ένα τραγούδι μου, το 1938.

1Δ.
Tου Γούναρη, του μεγάλου Γούναρη, οι Aμερικάνοι του έκαναν άγαλμα. Tον τίμησαν. Eμάς ποιος θα μας τιμήσει; Eμείς δεν θέλουμε αγάλματα. Eμείς είμαστε η Iστορία της Λαϊκής Mουσικής. Tο Mάρκο, τον Kερομύτη, τον Περιστέρη, το Στράτο, το Mπαγιαντέρα, τον Tσιτσάνη, το Xατζηχρήστο, τον Mπάρμπα Mήτσο; Δεν θέλουμε αγάλματα εμείς, θέλουμε σεβασμό. Για μας τα αγάλματα είναι ό,τι είναι για τους Πολιτικούς η αλήθεια. Γράφτο αυτό. Oι σημερινοί τα βρήκανε έτοιμα. Ποτέ δεν ρωτήσανε να μάθουνε ποιοι αγωνιστήκανε, ποιοι κουραστήκανε γι’ αυτό το όργανο. Bρήκανε τραπέζι στρωμένο. Δρόμο ανοιχτό και οργώνουνε. Όλο κούνημα, μαγκιά και ιδέα. Oι φίρμες αυτές, οι μεγάλοι καλλιτέχνες, αυτοί που δεν ξέρουνε τι θα πει λαϊκό τραγούδι. Άμα τους βλέπω μου στρίβουνε τ’ άντερα. Άμα τους ρωτήσεις δεν ξέρουνε τι θα πει λαΐκό τραγούδι, γι’ αυτό. Bλέπω μερικούς απ’ αυτούς που τους γνώρισα αλλιώτικους πριν από χρόνια και με πιάνουν τα γέλια. Γελάω, δεν τους βρίζω. Γιατί μόνο για γέλια είναι όλοι τους. Άλλα περιβόλια είναι αυτοί. Στις Tζιτζιφιές ερχόντουσαν πολλοί από δαύτους και μας ακούγανε. Παρακαλάγανε να τους βάλω στο τέλος να πούνε κανένα τραγούδι. Eίχανε νταλκά να ανέβουνε στο πάλκο. Kαρπαζές τους βαράγανε οι άλλοι. Eντάξει, κι εμείς είχαμε νταλκά ν’ ανέβουμε στο πάλκο, αλλά εμείς έχουμε μάθει κι άλλα πράγματα, που αυτοί, τώρα που γίνανε φίρμες, δεν γουστάρουνε να τα ξέρουνε. Δηλαδή από την Πόλη έρχομαι και στη κορφή οι φίρμες! Πάω και βλέπω το Mάρκο πούναι άρρωστος, θυμόμαστε τα παλιά και κλαίμε. Άρρωστος, κανείς δεν πάει να τον δει. Ποιόνε, το Mάρκο; Tο δάσκαλο. Mήπως τα ίδια δεν θα κάνουνε κι εμένα; Kαι του Tσιτσάνη; Ποιος μας υπολογίζει.

2. ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ – Αυθεντικός και πηγαίος καλλιτέχνης

Σαράντα
χρόνια απουσίας του λαϊκού δημιουργού, που μίλησε με το δικό του, αυθεντικό
τρόπο για τη ζωή του εργάτη, για το μεροκάματο, για την αγάπη, για τα βάσανα,
για τη ζωή του φτωχού λαού, του Γιάννη Παπαϊωάννου συμπληρώνονται στις 3/8.

Ενας από τους θεμελιωτές και κύριους εκφραστές του
λαϊκού μας τραγουδιού, μια ξεχωριστή μορφή, με εντελώς προσωπικό ύφος και
άνθρωπος με μεγάλη καρδιά και σπάνιο ήθος, ο Γιάννης Παπαϊωάννου υπήρξε ο
δημιουργός αθάνατων τραγουδιών, όπως: «Φαληριώτισσα», «Ανδρέας Ζέπος», «Πριν το
χάραμα», «Ανοιξε γιατί δεν αντέχω», «Κάνε κουράγιο», «Βαδίζω και παραμιλώ»,
«Χθες το βράδυ σε μια βάρκα», «Σβήσε το φως» και εκατοντάδων ακόμη. Αυθεντικός
και πηγαίος καλλιτέχνης, έμελλε να φύγει πολύ νωρίς από τη ζωή, σε ηλικία 58
χρόνων (σκοτώθηκε σε αυτοκινητικό δυστύχημα το 1972).

Στην πολύχρονη καριέρα του πέρασε μέσα από φωτιά και σίδηρο. Είδε εποχές δύσκολες, όχι μόνο για τους μουσικούς, αλλά για την Ελλάδα ολόκληρη. Μικρασιατική καταστροφή, πείνα, φτώχεια, δυο παγκόσμιοι πόλεμοι, κατοχή, εμφύλιος, δυο δικτατορίες, ξενιτιά.

«Τα τραγούδια μου» – έλεγε – «είναι τα παθήματά μου, οι αγώνες μου, το μεροκάματο για τη φασολάδα, τα όνειρά μου, οι καντάδες μου, η ζωή μου ολόκληρη και η ζωή του φτωχού κοσμάκη…».

Το μπουζούκι παντοτινή αγάπη του

Για τον μπαρμπα-Γιάννη μιλούν όλοι όσοι τον γνώρισαν με τα καλύτερα λόγια. Ηταν – όπως λένε – ο πιο ανοιχτόκαρδος άνθρωπος. Πάντα με το καλαμπούρι του, καλός πατέρας και οικογενειάρχης. Ποτέ δεν τον είδαν θυμωμένο ή στενοχωρημένο. Ο,τι κι αν τον απασχολούσε, το έκρυβε πίσω από ένα μεγάλο χαμόγελο. Στη δουλειά γινόταν ένα με τον κόσμο και γι’ αυτό κι ο κόσμος τον αγαπούσε τόσο. Οσο για τα ταξίμια του, είναι ιστορικά.

Ο Γιάννης Παπαϊωάννου γεννήθηκε στην Κίο της Μ. Ασίας το 1913. Με την καταστροφή του 1922, έφυγε με τη μητέρα και τη γιαγιά του στην Ελλάδα. Αρχικά, εγκαταστάθηκαν στις Τζιτζιφιές και από μικρό παιδί δούλεψε σκληρά. Από νεαρή ηλικία ασχολήθηκε με τη μουσική. Στην αρχή με το μαντολίνο, λίγο αργότερα με την κιθάρα και στη συνέχεια με τον παντοτινό σύντροφο της ζωής του, το μπουζούκι. Ο ίδιος ο συνθέτης μιλά για την πρώτη του «γνωριμία» με το λαϊκό όργανο στην αυτοβιογραφία του με τίτλο «Ντόμπρα και σταράτα», που επιμελήθηκε ο Κώστας Χατζηδουλής (εκδόσεις «Κάκτος»). Ενα μεσημέρι στην ταβέρνα του Γκινόπουλου, στις Τζιτζιφιές, όπου πήγαινε μετά τη δουλειά, άκουσε το «Μινόρε του Τεκέ», που είχε ηχογραφήσει ο Γιάννης Χαλκιάς στην Αμερική. Και συγκλονίστηκε… «Τρέλα!! Τέτοιο πράμα, τέτοιο σόλο δεν πρόκειται να ξαναγεννήσει η φύση. Αυτό είναι το σύμβολο… Αμέσως είπα θα πάρω μπουζούκι». Η απόφασή του φέρνει θύελλα στο σπίτι, καθώς η μητέρα του αρνείται να δεχτεί το μπουζούκι. Κι έτσι το φυγαδεύει στο σπίτι ενός φίλου του, όπου πήγαινε και μελετούσε. Γράφει το πρώτο του τραγούδι, τη «Φαληριώτισσα», που ηχογραφείται στην «Οντεόν». «Οταν με ειδοποίησαν να πάω για γραμμοφώνηση, ήμουνα με τα ρούχα της δουλειάς, όλο ασβέστες! Εγραψα τη “Φαληριώτισσα” κι ένα σέρβικο. Παίζω εγώ, ο Περιστέρης κι ο Κωνσταντινίδης, ο λεγόμενος Μακαρόνας. Μετά από λίγο, έβγαλα τη “Μοδιστρούλα”, το “Ραντεβού” και τα άλλα. Με τη “Φαληριώτισσα” έγινε λαϊκό προσκύνημα, χάλασε ο κόσμος. Δεν προλαβαίνανε να βγάζουν δίσκους».

Αργότερα ντύνεται στο χακί και το 1937 φεύγει για τη Θεσσαλονίκη με την κομπανία που είχαν φτιάξει μαζί με τον Μάρκο Βαμβακάρη, τον Μπάτη, τον Κερομύτη και άλλους, με τους οποίους συνεργάστηκε αργότερα στην Αθήνα. Την περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά, το μπουζούκι διώκεται και η λογοκρισία βασιλεύει. «Το μπουζούκι είχε απαγορευτεί κι ο Μανιαδάκης με τους έτσι, τους δικούς του, γύρναγαν και μάζευαν τους δίσκους από τα μαγαζιά κι από τους δρόμους, από τα γραμμόφωνα. Ρεζιλίκια πράματα! Κι αμέσως λογοκρισία στα τραγούδια. Οποιο τραγούδι έβγαινε, ή μάλλον όποιο τραγούδι θέλανε να βάλουμε, το ‘παιζε κάποιος στην επιτροπή και πέρναγε. `Η, αν όχι, άμα δεν τους άρεσε το ‘κοβαν… Δεν τους ένοιαζε για τους καλλιτέχνες του λαϊκού τραγουδιού, ποιοι ήτανε και τι κάνανε. Δε δίνανε δυάρα και μην ακούτε τι λένε. Αλλο τους ένοιαζε. Μόνο το τραγούδι το λαϊκό τους ένοιαζε…. Και αυτό το τραγούδι θέλανε να το βάλουνε εκεί που ήθελαν αυτοί και το ‘χανε βάλει σε καλούπια… Γιατί αυτό ήτανε στην καρδιά του λαού, γιατί αυτό καταλάβαινε και όχι όλα τα άλλα».

«Ξαφνικά το 1936» – διηγείται σε μια από τις
τελευταίες του συνεντεύξεις ο Γιάννης Παπαϊωάννου – «απαγορεύονται τα λαϊκά
τραγούδια. Παίρνω τότε το μπουζούκι μου και πάω στη λογοκρισία. Λέω: Κύριοι,
αφού το όργανο είναι κατηγορούμενο, πρέπει να απολογηθεί. Επαιξα ένα μινόρε και
συγκινηθήκανε. Γρήγορα δόθηκε η άδεια να συνεχίσουμε. Ηταν η πρώτη νίκη μου».

«Ποιος πέρασε από τις Τζιτζιφιές και τις ξέχασε;»

Μεταπολεμικά δούλεψε στις Τζιτζιφιές, την εποχή της μεγάλης ακμής των λαϊκών κέντρων στην περιοχή. «Στο μαγαζί του κουμπάρου μου του Καλαματιανού», αναφέρει χρόνια αργότερα, «ήτανε η μεγαλύτερη ορχήστρα, το μεγαλύτερο συγκρότημα. Εγώ, ο Μάρκος, ο Χατζηχρήστος, ο Κερομύτης, ο Μητσάκης, ο Αργύρης, ο Κοριός, ο Ροβερτάκης, ο Περιστέρης, ο Ρούκουνας, ο Ποτοσίδης, ο Μαρσέλος, ο Μοσχονάς και άλλοι». Και αργότερα, πάλι στις Τζιτζιφιές, «με τον Τσιτσάνη, την Μπέλλου, την Νίνου, τον Χιώτη, την Σεβάς Χανούμ, την Χρυσάφη, την Ντάλια και βάλε. Ιστορίες ολόκληρες. Πώς να τις θυμάσαι; Από πού ν’ αρχίσεις και πού να τελειώσεις; Ποιος πέρασε από τις Τζιτζιφιές και τις ξέχασε;».

Ο Γ. Παπαϊωάννου ήταν ο πρώτος λαϊκός συνθέτης που πήγε στην Αμερική (1953), βγάζοντας το μπουζούκι εκτός Ελλάδας.

Ο άνθρωπος που αφιέρωσε όλη του τη ζωή στο λαϊκό τραγούδι, έφτασε ν’ αναρωτιέται αργότερα, όταν άλλοι (δισκογραφικές εταιρείες) «θέριζαν» αυτά που η γενιά του είχε «σπείρει»: «Τόσα χρόνια στο πάλκο εμείς τι κάναμε; Σαράντα χρόνια εγώ ξενύχτια, αγώνες. Ενα σπίτι έκανα με τρεις Αμερικές λεφτά. Τρεις φορές μόνο πήγα στην Αμερική. Ξέρετε τι είναι τρεις φορές Αμερική; Τρεις φορές ο Γολγοθάς του Χριστού! Ενα σπίτι όλο κι όλο κι αυτό με αίμα, τίποτε άλλο! Κι ο Τσιτσάνης τα ίδια. Τόσες επιτυχίες, τόσα σουξέ, χιλιάδες δίσκοι, τόσα λεφτά στο πάλκο, περιουσίες ολόκληρες. Λεφτά που τα πήρανε αυτοί με τις εταιρείες και αυτοί που δεν έχουνε ούτε όσιο, ούτε ιερό. Από κει που σου κάνουνε υποκλίσεις όταν μπαίνεις στα γραφεία τους, εκεί δε σε ξέρουνε και δε σε αφήνουνε να περάσεις ούτε τα σκαλοπάτια τους».

«Το λαϊκό τραγούδι σήμερα έχει πέσει σε χέρια άσχημα»,
διαπίστωνε με πόνο ψυχής, τα χρόνια της παρακμής του είδους. «Ζούγκλα οι
εταιρείες, ζούγκλα», έλεγε και έδινε μια εικόνα της ζοφερής, εμπορικής πλέον,
πραγματικότητας: «Το τραγούδι δεν είναι σούπα να βάλουμε την κουτάλα μέσα στο
καζάνι. Ξέρω τραγουδιστή που τον θάψανε, γιατί είπε μια κουβέντα σε κάποιο
κουμανταδόρο μιας εταιρείας. Εσβησε μια καριέρα, για ένα πείσμα… Ξέρω άλλονε
που θάφτηκε γιατί δεν έκανε τα γούστα σε κάποιον απ’ αυτούς και έναν άλλον που
έγινε φίρμα γιατί τους έκανε τα γούστα. Βρωμιά για να κρατάς τη μύτη σου. Ενας
τόλμησε να ζητήσει λεφτά, κάτι ποσοστά λίγα, ίσα – ίσα για να ζήσει και τόνε
στείλανε από κει που ήρθε. Δεν πρέπει να ζητάς από τις εταιρείες, παρά μόνο να
παίρνεις τα ψίχουλα που σου δίνουνε. Οποιος τολμήσει και ανοίξει το στόμα του
για να απαιτήσει κάτι, θα το μετανιώσει. Να το ξέρετε αυτό. Γιατί αυτοί που
είναι στις εταιρείες, όταν σηκώσεις κεφάλι δε στο συχωράνε ποτέ. Οποιος και να
‘σαι!».

Στη σαραντάχρονη πορεία του έγραψε πάνω από 800
τραγούδια, περιόδευσε σε Ελλάδα και Αμερική, και ανέδειξε μια ολόκληρη γενιά
καλλιτεχνών, μουσικών και τραγουδιστών. H πλούσια δισκογραφία του μαρτυρά την
κολοσσιαία συνεισφορά του. Μερικά από τα τραγούδια του όπως η «Ψαροπούλα» και η
«Φαληριώτισσα» που βρίσκονται ακόμα στα χείλια μας και στις καρδιές μας είναι
μια ζωντανή απόδειξη της διαχρονικότητας του έργου του ενός μεγάλου συνθέτη.

Ο Μανώλης Χιώτης κατάφερε να συνοψίσει σε δυο φράσεις
όλα όσα ειπώθηκαν για τον Γιάννη Παπαϊωάννου: «Ο Γιάννης Παπαϊωάννου είναι μια
μεγάλη μορφή της Λαϊκής Μουσικής. Ενα βουνό. Αλλά και το καλύτερο παιδί που
υπάρχει πάνω στη Γη».

Σοφία ΑΔΑΜΙΔΟΥ

2

3) 18 Ιανουαρίου 1913 γεννήθηκε ένας από τους Μεγαλύτερους Συνθέτες, Στιχουργούς, Ερμηνευτές & Δεξιοτέχνες του Μπουζουκιού που έβγαλε ο τόπος μας… ο Σπουδαίος Μικρασιάτης ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΙΩΑΝΝΟΥ (Μπάρμπα Γιάννης)!!!

Η ζωή και η ιστορία του Γιάννη Παπαϊωάννου είναι η μαρτυρία ενός γνήσιου Μικρασιάτη λαϊκού καλλιτέχνη, ενός βάρδου της ψυχής! Στην πολύχρονη καριέρα του πέρασε μέσα από φωτιά και σίδηρο! Είδε εποχές δύσκολες, όχι μόνο για μουσικούς …αλλά για την Ελλάδα ολόκληρη: Μικρασιατική Καταστροφή, πείνα, φτώχια, δυο παγκόσμιοι πόλεμοι, ένας εμφύλιος, κατοχή, δυο δικτατορίες, ξενιτιά!

*Ο Γιάννης Παπαϊωάννου, του Παναγιώτη και της Χρυσής Το γένος Βοναπάρτη γεννήθηκε στην Κίο (Gemlik) της Μικράς Ασίας, στις 18 Ιανουαρίου 1913. Οκτώ χρονών ορφάνεψε από πατέρα! Αυτό ήταν το πρώτο χτύπημα στη σκληρή ζωή του… Το δεύτερο χτύπημα ήρθε μετά από μερικά χρόνια το 1922. Η φρίκη της καταστροφής και του ξεριζωμού αποτυπώθηκε βαθιά, συνοδεύοντας τον σε όλη την ζωή!

Φεύγοντας από την Κιο μαζί με την μητέρα του Χρύσα και την γιαγιά του Στην Ελλάδα ήρθε με την Μικρασιατική Καταστροφή στον Πειραιά, στο Κερατσίνι, στον Άγιο Διονύση και τέλος στα Προσφυγικά στις Τζιτζιφιές.

Eργάζεται σε διάφορες δουλειές προκειμένου ν’ ανταπεξέλθει στις νέες συνθήκες διαβίωσης… Ξεκίνησε δουλεύοντας σε ένα συνεργείο και ύστερα βγήκε στις οικοδομές αλλά και ψαράς στα καΐκια. .Μεγάλωσε μες στη θάλασσα και για δάσκαλό του είχε τον Ζέππο… τον καπετάν Ανδρέα… για τον οποίο αργότερα έγραψε το περίφημο τραγούδι του.

*Από μικρός είχε το πάθος της μουσικής και του αθλητισμού! Στην Κίο έπαιζε φυσαρμόνικα και στον Πειραιά ασχολήθηκε με το ποδόσφαιρο! Έπαιζε βασικός στην ομάδα Φαληρικός, τον κατοπινό Εθνικό… όπου τραυματίστηκε και αποχαιρέτησε την μπάλα!

Αγόρασε ένα μαντολίνο και καταπιάστηκε με τα όργανα και το τραγούδι! Σύντομα το μαντολίνο πλαισιώθηκε από μια κιθάρα και όταν γύρω στα 1934 όταν άκουσε από δίσκο γραμμοφώνου το Μινόρε του Τεκέ, με τον Τζακ Γρηγορίου ή αλλιώς Χαλκιά… Ερωτεύτηκε το μπουζούκι και το υπηρέτησε πιστά μέχρι το τέλος της ζωής του!

O Μπάρμπα-Γιάννης όπως τον αποκαλούν όσοι τον γνώρισαν και τον αγάπησαν… ήταν ο πρωτομάστορας που ανέδειξε μια ολόκληρη γενιά καλλιτεχνών, μουσικών και τραγουδιστών! 35 χρόνια σε σκηνές λαϊκών μαγαζιών, 800 τόσα τραγούδια, εμφανίσεις και περιοδείες στην Ελλάδα και στην Βόρειο Αμερική… και μια πλούσια δισκογραφία μαρτυρούν την κολοσσιαία συνεισφορά του!

Ο Γιάννης Παπαϊωάννου Έφυγε Στις 3 Αυγούστου του 1972.

Τα τραγούδια του όμως βρίσκονται ακόμα στα χείλια μας και στις καρδιές μας.. είναι μια ζωντανή απόδειξη της διαχρονικότητας του Μεγάλου Μας Μικρασιάτη Συνθέτη! Δ.Τ.-ΡΙΖΕΣ Μικρασιατών Χαλανδρίου (Τμήμα Διάδοσης & Διάσωσης Μικρασιατικού Πολιτισμού)

4) ΤΑ ΓΕΛΙΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ (σελ. 68)

Απελπισμένος, (ο Αντώνης που έγραφε ημερολόγιο στη φυλακή) έκανε την τελευταία του προσπάθεια. Πήγε και συνάντησε το σπουδαίο συνθέτη και άνθρωπο Γιάννη Παπαϊωάννου. Δεν ξέρω αν γνωρίζονταν από πριν, αν είχαν κάποιον κοινό γνωστό ή τι οδήγησε εκεί τα βήματά του, ξέρω όμως ότι δεν ήθελε καν να σκέπτεται ποια θα ήταν η κατάληξή του αν έβρισκε και τη δική του πόρτα κλειστή. Ο Παπαϊωάννου τον καλοδέχτηκε, είπε να του βάλουν φαγητό και κρασί, και μετά τον άκουσε να του ζητά δουλειά, σερβιτόρος, λαντζέρης ή οτιδήποτε άλλο.
Ο Παπαϊωάννου απάντησε ότι ήδη είχε πάρει παραπάνω προσωπικό από το κανονικό και δεν θα ήταν σωστό να διώξει κάποιον. Ο Αντώνης συμφώνησε κι έκανε να σηκωθεί, αλλά ο μεγάλος συνθέτης τον σταμάτησε· έβαλε το χέρι του στην τσέπη, έβγαλε όσα χρήματα είχε και τα άφησε στο τραπέζι. Δεν ξεχώρισε μερικά, έβγαλε κυριολεκτικά όσα είχε πάνω του! Στη συνέχεια, είπε στους μουσικούς και τους σερβιτόρους: «Ένας αδελφός βγήκε από την φυλακή και χρειάζεται τη βοήθειά μας». Κι όλοι άφησαν χρήματα πάνω στο τραπέζι.

  • Γιάννη μου, έκανε ο Αντώνης, δεν είμαι ζητιάνος, δεν τα παίρνω!
  • Το ίδιο δεν θα έκανες εσύ για μένα; Πάρτα, λοιπόν, απάντησε ο Παπαϊωάννου.
  • Θα σου ξεπληρώσω το χρέος όταν μπορέσω…
  • Δεν έχεις κανένα χρέος να ξεπληρώσεις! Όταν πιαστείς, όμως, πέρνα καμιά καθημερινή από το μαγαζί κι άφησε ό,τι μπορείς για τα παιδιά. Έτσι θα πατσίσουμε.
    Με αυτά τα χρήματα ο Αντώνης ξεπλήρωσε τα οικογενειακά χρέη, αγόρασε εργαλεία και ξεκίνησε να δουλεύει ως ελαιοχρωματιστής. Πριν δεν μπορούσε, γιατί δεν του έφταναν ούτε για πινέλο. Το δε μεγάλο χρέος ζωής που είχε στον Παπαϊωάννου, δεν το ξέχασε ποτέ. Κι αυτό το χρέος πέρασε σε μένα που γράφω τούτες τις γραμμές. Όχι γιατί το έχει ανάγκη ο Γιάννης Παπαϊωάννου, του οποίου η ζωή και το έργο τον έχουν κατατάξει στους μεγάλους
    του τόπου μας. Αλλά γιατί τέτοιες πράξεις πρέπει να καταγράφονται στην Ιστορία, να γίνονται γνωστές, κι ένα αιώνιο «ευχαριστώ»
    να περνά από γενιά σε γενιά – ιδίως στην εποχή που ζούμε.
    Μερικά χρόνια αργότερα, μια Δευτέρα ή Τρίτη, ο Αντώνης πήρε τη γυναίκα του και πήγαν στο κέντρο που τραγουδούσε ο Παπαϊ-
    ωάννου. Εκείνη γκρίνιαζε, γιατί δεν πάνε Σάββατο που πάει όλος ο κόσμος. Γι’ αυτό, της απαντούσε. Πήγαν νωρίς και το μαγαζί ήταν άδειο. Ο Παπαϊωάννου τον αναγνώρισε, πήγε κοντά και αγκαλιάστηκαν. Χάρηκε ειλικρινά που τα είχε καταφέρει, αγκάλιασε
    και τη γυναίκα του και της είπε «πήρες κιμπάρη άντρα», κι εκείνη παινευόταν λέγοντας «εμένα μ’ αγκάλιασε ο ψηλός». Στο τέλος δεν ζήτησε λογαριασμό, άφησε όμως στο τραπέζι τρεις ή τέσσερις χρυσές λίρες.
    Ο Παπαϊωάννου φώναξε την ορχήστρα και τους σερβιτόρους και τους είπε χιουμοριστικά «βγάλαμε τη χασούρα, μοιραστείτε τα»! Εκείνος μόνο χαμογελούσε, ήταν πραγματικά ευτυχισμένος είχε δώσει το χέρι σ’ έναν αδερφό όταν είχε ανάγκη, και η βοήθεια του είχε πιάσει τόπο. Είχε ήδη πάρει την μεγαλύτερη ανταμοιβή.
    Δεν αντάμωσαν ποτέ ξανά, ο Αντώνης δεν πήγε ποτέ στην υπόλοιπη ζωή του σε νυχτερινό κέντρο.

Comments are closed.