Αφιέρωμα – Ιστορικοί λογοτέχνες της Καλλιθέας: Σωτήρης Σκίπης

0
972

Ο Σωτήρης Σκίπης γεννήθηκε το 1881 στην Αθήνα. Τα παιδικά και μαθητικά του χρόνια τα πέρασε στη Λάρισα. Στην Αθήνα επιστρέφει το 1897, όπου  σπουδάζει δραματική τέχνη στο Βασιλικό Θέατρο (μετέπειτα Εθνικό).

 Πολυγραφότατος, το έργο του περιλαμβάνει, ποιήματα, πεζογραφία, μεταφράσεις, δοκίμια και θεατρικά κείμενα. Την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Τραγούδια της ορφανής» την εκδίδει το1900, οπότε και γνωρίζει την αποδοχή από τους κριτικούς της εποχής. Το 1904 σε συνεργασία με τον δημοσιογράφο και ιστορικό Αρίστο Καμπάνη, εκδίδουν για δύο χρόνια το φιλολογικό περιοδικό «Ακρίτας». Στη συνέχεια ο Σκίπης φεύγει για το εξωτερικό. Επισκέπτεται την Αίγυπτο, την Κωνσταντινούπολη, τη Ρωσία , την Αμερική και τη Γαλλία. Στο Παρίσι όπου περνά αρκετά χρόνια της ζωής του, σπουδάζει λογοτεχνία και αισθητική και εντάσσεται στον κύκλο του Ζαν Μορεάς. Στην πορεία, ο Σκίπης μοιράζει τον χρόνο του μεταξύ Ελλάδας και Γαλλίας, με τη συντροφιά πάντα της Γαλλίδας συζύγου του, Σαρλότ Λεκλέρ.

Το ζευγάρι περνά τους χειμώνες στην οικία τους στην Καλλιθέα, ενώ τα καλοκαίρια απολαμβάνουν τις ομορφιές της Προβηγκίας.

Ο Σκίπηςγράφει αδιάκοπα καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του. Το 1922 λαμβάνει τοΑριστείο Γραμμάτων και Τεχνών και  το1929 ορίζεται διευθυντής στη Σχολή Καλών Τεχνών. Η ποίησή του, δραματική, ενίοτε πικρή, με διάσπαρτα λυρικά στοιχεία και πλούσια σε εικόνες, κινείται γύρω από τα παλαμικά πρότυπα και εντάσσεται στο ρεύμα της Νέας Αθηναϊκής Σχολής. Πηγές έμπνευσης αποτελούν η πατρίδα, το ηρωικό πνεύμα των Ελλήνων καθώς και η σύγχρονη πραγματικότητα γύρω του. Οι στίχοι του γραμμένοι με ευκολία και ακατέργαστοι στιχουργικά, κρίθηκαν αυστηρά από τους μετέπειτα κριτικούς της λογοτεχνίας, ωστόσο ηχούν γνώριμα στα αυτιά μας ακόμα και σήμερα:

«Άσπρα καράβια τα όνειρά μας
για κάποιο ρόδινο γιαλό,
άσπρα καράβια τα όνειρά μας.
Θα κόβουν δρόμο κι ένα δρόμο
μυριστικό κι ευωδιαστό,
θα κόβουν δρόμο κι ένα δρόμο»

Στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Σκίπης κινητοποιήθηκε άμεσα και προσπάθησε να συνδράμει με κάθε τρόπο στην διάσωση της Ελλάδας. Στον ελληνοϊταλικό πόλεμο το 1940, προσυπέγραψε την ιστορική «Έκκληση των Ελλήνων Διανοουμένων προς τους Διανοούμενους όλου του Κόσμου». Στα χρόνια της Κατοχής ο Σκίπης μαζί με άλλους καλλιτέχνες λαμβάνει ενεργό δράση στην Αντίσταση. Γράφει ποιήματα με αντιστασιακό περιεχόμενο που διαδίδονται με μορφή χειρόγραφων. Ιδιαίτερης σημασίας θεωρείται το ποίημα του «Στον Κωστή Παλαμά», που εκφώνησε ρισκάροντας τη ζωή του, καθώς δεν είχε επίσημη άδεια, στην κηδεία του μεγάλου μας ποιητή στις 28 Φεβρουαρίου 1943. Η απαγγελία του Σκίπη, μαζί με αυτήν του Άγγελου Σικελιανού στο δικό του ποίημα με τίτλο «Παλαμάς», έδωσαν το έναυσμα για να μετατραπεί η τελετή σε εθνικό συλλαλητήριο κατά των Γερμανών κατακτητών.

«Μέσ’ από τα κάγκελλα τ’ αόρατα
της απέραντής μας φυλακής,
μέσα στο κελί το σκοτεινό μας
δεν εβάσταξες στον πόνο της Φυλής
κι έπεσες σα δρυς
από τα χτυπήματα
κάποιων μαύρων ξυλοκόπων
στο σκοτάδι της νυχτιάς της τραγικής,
δίχως να προσμείνεις την αχτίδα
της καινούργιας Χαραυγής.

Ο Σκίπης βέβαια, πάντα έφερε βαρέως ότι η απαγγελία του επισκιάστηκε από αυτή του Σικελιανού, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι θα προτιμούσε να τον είχαν σκοτώσει οι Γερμανοί επιτόπου, καθώς ένας τέτοιος θάνατος θα τον μετέτρεπε σε ποιητή-ήρωα.

Το 1946  εκλέγεται μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Τιμές για το έργο του λαμβάνει και από το γαλλικό κράτος. Επιπλέον, στην Αθήνα συνεργάζεται με μεγάλες εφημερίδες (Σκριπ, Βραδυνή, Εστία κ.α.).

Στο σπίτι του Σκίπη στην Καλλιθέα, συναθροίζονταν πλήθος καλλιτεχνών και λογοτεχνών, η γνωστή «Φιλολογική Συντροφιά της Καλλιθέας», που οδήγησε στον χαρακτηρισμό της πόλης ως «Ελληνική Μονμάρτη».

 Στις 29 Σεπτεμβρίου 1952, ο ποιητής πεθαίνει στη Γαλλία, όπου και παραμένει θαμμένος μέχρι σήμερα στην πόλη Ρονιάκ, παρά την επιθυμία του να ταφεί στην αγαπημένη του πατρίδα, την οποία τόσο ύμνησε με τους στίχους του όσο ζούσε.

Σύνταξη: Χατζοπούλου Ελευθερία, φιλόλογος

Για τον Σύλλογο Πέζο,  Επιμέλεια άρθρου: Ντάβαρης Παναγιώτης

Comments are closed.