Αποχαιρετισμός σε έναν μεγάλο του θεάτρου που στάθηκε με πάθος στην πλευρά του λαού

0
56

Το θέατρο είναι από σήμερα πιο φτωχό. Και θρηνεί… Για την απώλεια του Κώστα Καζάκου, του τεράστιου θεατράνθρωπου που με τη στάση και το έργο του ποίησε ήθος, του αγωνιστή ανθρώπου που ήταν πάντα «παρών» στους αγώνες του εργατικού και του αντιιμπεριαλιστικού κινήματος, συστρατευόμενος επί δεκαετίες στην πρώτη γραμμή, με το ΚΚΕ.

επιμέλεια Γιώργος Αντωνακάκης

Το 2023 θα συμπλήρωνε 70 χρόνια στο θέατρο. Και ήταν ακούραστος, δούλευε συνεχώς κι έκανε σχέδια…

«Κάνουμε μια πολύ δύσκολη δουλειά – έλεγε – που θέλει αφοσίωση, θέλει αυταπάρνηση και ποτέ δεν τελειώνει, ένας αγώνας συνεχής είναι… Συνεχώς αγωνιζόμαστε για το αύριο, για το επόμενο σχέδιο, το επόμενο βήμα, σκεφτόμαστε τι θα κάνουμε παραπέρα για το κοινό και δεν καταλαβαίνουμε πως περνάει ο χρόνος… δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς να δουλεύουμε. Εγώ πια δεν μπορώ να κάθομαι, ούτε διακοπές μπορώ να κάνω, δυο μέρες – τρεις και πρέπει να γυρίσω πίσω. Και μ’ αρέσει»…

Στις αρχές της άνοιξης είχε ξεκινήσει να δουλεύει πάνω στα «Ματωμένα χώματα» της Διδώς Σωτηρίου, αλλά τα προβλήματα υγείας του δεν του επέτρεψαν να πρωταγωνιστήσει στην παράσταση.

Σε ηλικία 87 χρονών άφησε την τελευταία του πνοή χτες στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» όπου νοσηλευόταν.

Γεννήθηκε στις 29 Μάη του 1935 στον Πύργο Ηλείας, όπου και μεγάλωσε μέχρι τα 13 του χρόνια.

Το 1948 ο πατέρας του πιάστηκε και στάλθηκε εξορία, «πέρασε από… τα πανεπιστήμια του Αιγαίου», όπως έλεγε ο Κώστας Καζάκος. Τότε η οικογένεια πούλησε το σπίτι της στον Πύργο και μητέρα και τέσσερα παιδιά μετακόμισαν στην Αθήνα, «για να χαθούμε μέσα στο πλήθος», όπως εξηγούσε. 13 χρονών τότε ο Κώστας Καζάκος, άρχισε να δουλεύει για να βοηθήσει την οικογένειά του, σε εργοστάσια, σε χαμαλίκια, όπου έβρισκε μεροκάματο, για να μπει ένα μεροκάματο στο σπίτι, ενώ το βράδυ πήγαινε σχολείο και μελετούσε.

Το 1952 ο πατέρας του επέστρεψε από την εξορία, ο Κώστας Καζάκος τελείωσε το σχολείο και η οικογένεια πήρε κάποιες ανάσες. Ωστόσο, μη έχοντας το απαραίτητο τότε πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων, δεν έγινε δεκτός στο Πανεπιστήμιο όπου ήθελε να σπουδάσει Φιλολογία. «Δεν έφταναν τα Αρχαία, τα Λατινικά, η Ιστορία, ήθελαν και το “χαρτί”… Ακόμη όταν περνάω από τα Προπύλαια ή πάω για διάφορες δουλειές στην Πρυτανεία, μου κόβονται τα πόδια… Ουσιαστικά είναι ένα τραύμα που δεν επουλώθηκε ποτέ. Μου στέρησαν το όνειρο», είχε πει ο ίδιος σε συνέντευξή του.

Δεν το έβαλε κάτω όμως. Πήγε στη Σχολή Σταυράκου, όπου ήταν ένας «χώρος ελευθερίας», όπως έλεγε, και εκεί έρχεται σε επαφή με τον Θεοδωράκη, τον Χατζιδάκι, τον Τσαρούχη, τον Κουν κ.ά. Ο μεγάλος δάσκαλος Κάρολος Κουν πίστεψε στο ταλέντο και στις δυνατότητες του Καζάκου και ο Καζάκος από την πλευρά του μπήκε στο πεδίο ακτινοβολίας του Κουν και δίπλα του διαμορφώθηκε ως ηθοποιός. Δούλεψε εθελοντικά το 1954 στο στήσιμο του Υπογείου.

Με τον ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, πριν από έναν χρόνο στο Θέατρο Βράχων

Εκεί πρωτοεμφανίστηκε το 1957 στο έργο του Μπέρτολτ Μπρεχτ «Ο κύκλος με την κιμωλία». Επαιξε σημαντικούς ρόλους σε σπουδαία έργα συγγραφέων, όπως του Ιάκωβου Καμπανέλλη («Η αυλή των θαυμάτων»), του Αρθουρ Μίλερ («Ψηλά απ’ τη γέφυρα»), του Κάρλο Γκολντόνι («Λοκαντιέρα»), του Ζαν Πολ Σαρτρ («Νεκροί χωρίς τάφο»), του Τενεσί Ουίλιαμς («Γυάλινος Κόσμος») αλλά και σε έργα του Σοφοκλή («Αντιγόνη») και του Αριστοφάνη («Ορνιθες») στο Θέατρο Τέχνης και στους θιάσους της Κυρίας Κατερίνας, του Αλέκου Αλεξανδράκη, της Άννας Συνοδινού και της Έλλης Λαμπέτη.

Η πρώτη του εμφάνιση στο σινεμά ήταν το 1956 στη σατιρική ταινία του Γρηγόρη Γρηγορίου «Η αρπαγή της Περσεφόνης», σε σενάριο του Ιάκωβου Καμπανέλλη. Ακολούθησαν ταινίες όπως «Το μπλόκο» του Αδωνι Κύρου (1965), «Το παρελθόν μιας γυναίκας» (1968) του Γιάννη Δαλιανίδη, «Η λεωφόρος του μίσους» (1968) και «Πεθαίνω κάθε ξημέρωμα» (1969) του Νίκου Φώσκολου, «Μια γυναίκα στην Αντίσταση» (1970) του Ντίνου Δημόπουλου, «Λυσιστράτη» (1972) του Γιώργου Ζερβουλάκου, «Ιφιγένεια» (1977) του Μιχάλη Κακογιάννη, «Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο» (1980) του Νίκου Τζήμα, «Ο δραπέτης» (1991) του Λευτέρη Ξανθόπουλου και άλλες.

Παράλληλα, από τη δεκαετία του ’70 μέχρι και τη δεκαετία του 2000 είχε και τηλεοπτικές εμφανίσεις με πρωταγωνιστικούς ρόλους σε δημοφιλείς σειρές.

Σκηνή από το «Μεγάλο μας Τσίρκο»

Διετέλεσε αντιπρόεδρος του Ελληνικού Κέντρου του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου, γενικός γραμματέας της Πανελλήνιας Ενωσης Ελεύθερου Θεάτρου και Πρόεδρος της Πανελλήνιας Πολιτιστικής Κίνησης. Ηταν ιδρυτικό μέλος του Ελληνοαραβικού Συνδέσμου και μέλος της Επιτροπής Αδείας Ασκησης του Επαγγέλματος του Ηθοποιού.

Τιμήθηκε με τον «Χρυσό Απόλλωνα», βραβείο ηθοποιού Ενωσης Κριτικών Κινηματογράφου Αθηνών το 1967 και Α’ Χρυσό Βραβείο του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το 1973 για την αρτιότερη θεατρική παραγωγή («Λυσιστράτη»), αλλά και με το Βραβείο της Ενωσης Θεατρικών Συγγραφέων και Κριτικών για το σύνολο της προσφοράς του. Έγραψε ιστορία στο θέατρο με συγκλονιστικές παραστάσεις

Η ταινία – σταθμός στη ζωή του – και μεγάλη επιτυχία της εποχής – ήταν το πολεμικό δράμα του Ντίνου Δημόπουλου σε σενάριο Νίκου Φώσκολου «Κοντσέρτο για πολυβόλα» (1967), όπου στα γυρίσματα γνώρισε την συμπρωταγωνίστριά του Τζένη Καρέζη, με την οποία έγιναν ένα από τα πιο αγαπημένα ζευγάρια στο θέατρο, στον κινηματογράφο και τη ζωή. Απέκτησαν έναν γιο, τον ηθοποιό Κωνσταντίνο Καζάκο.

Το 1968 ανεβάζουν μαζί το ιστορικό έργο του Γιώργου Ρούσσου «Θεοδώρα η Μεγάλη» και ακολουθούν μια σειρά ακόμα παραστάσεις τους ως θιασάρχες, με ξεχωριστό σταθμό «Το Μεγάλο μας τσίρκο» το 1973, σε κείμενα Καμπανέλλη και σκηνοθεσία του Κώστα Καζάκου, στο θέατρο «Αθήναιον», απέναντι από το Πολυτεχνείο. Το έργο και η παράσταση γράφουν ιστορία. Τη βλέπουν πάνω από μισό εκατομμύριο θεατές! Οι χουντικοί από τη λογοκρισία, όμως, καταλαβαίνουν γρήγορα πως εξαπατήθηκαν και ενέκριναν τελικά ένα αντικαθεστωτικό έργο. Η Ασφάλεια διακόπτει τις παραστάσεις και συλλαμβάνει ηθοποιούς, όμως ξανανεβαίνει. Κάθε βράδυ πάνε στο θέατρο μυστικοί αστυνομικοί που σημειώνουν τις φράσεις που οι θεατές χειροκροτούν. Καρέζη και Καζάκος μέρα παρά μέρα απειλούνται από τον στρατιωτικό ανακριτή ότι θα τους στείλει εξορία. Τελικά συλλαμβάνονται και φυλακίζονται. Ομως και πάλι η παράσταση συνεχίζεται μέχρι το τέλος του Απρίλη ’74, στο «Ακροπόλ». Και την επόμενη χρονιά επιστρέφουν με μια ακόμα ιστορική παράσταση σε κείμενο του Ιάκωβου Καμπανέλλη: «Εχθρός λαός».

Τότε, στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’70 αποκτούν και το δικό τους θέατρο. Οπως εξηγούσε ο Κώστας Καζάκος: «Ο αγώνας που κάναμε κάπου στόχευε. Θέλαμε κάπου εκεί στη δεκαετία του ’70 ν’ αποκτήσουμε μια στέγη. Γιατί είχαμε γυρίσει όλες τις υπόγες της Αθήνας, σε άθλιες συνθήκες… Και θέατρα του κέντρου καλά, αλλά και άθλια πράγματα, να κάνεις δυο παραστάσεις και να μην έχει οξυγόνο, να μην έχεις αέρα, να λιποθυμάνε οι ηθοποιοί κάτω στα καμαρίνια»…

Το 1976, λοιπόν, βγήκε σε διαγωνισμό το θέατρο που ονομάστηκε μετέπειτα «Τζένη Καρέζη», πήρανε μέρος στον διαγωνισμό, πήρανε το δικό τους θέατρο και το έφτιαξαν. «Θα κάνουμε τις δικές μας επιλογές. Να ανεβάσουμε τα έργα που μας αρέσουν, να παίξουμε τους ρόλους που μας αρέσουν. Και έτυχε ο κόσμος να μας ακολουθήσει, να μας αποδεχτεί, να αποδεχτεί τις επιλογές μας… η αποδοχή του κοινού είναι ζωογόνα. Από ‘κει παίρνουμε δύναμη», έλεγε ο Κώστας Καζάκος.

Εκεί ανεβάζουν σπουδαία έργα του ελληνικού και παγκόσμιου ρεπερτορίου. Περνούν δυο άκρως δημιουργικές δεκαετίες. Ξεχωριστή ήταν η παράστασή τους «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;» του Εντουαρντ Αλμπι, που ανέβασαν το 1982 σε σκηνοθεσία του Ζιλ Ντασέν, ενώ αξέχαστη ήταν και η τελευταία κοινή τους θεατρική δουλειά με το «Διαμάντια και μπλουζ» της Λούλας Αναγνωστάκη, το 1990, καθώς μετά ακολούθησε η ασθένεια και ο θάνατος της Τζένης Καρέζη.

Από το 1997 ήταν παντρεμένος με την ηθοποιό Τζένη Κόλλια και είχαν τρία παιδιά.

Ο Κώστας Καζάκος συνέχισε στο θέατρο με μεγάλες παραστάσεις όπως «Ο θάνατος του εμποράκου» (1993) του Αρθουρ Μίλερ, «Οπερα της πεντάρας» (1993) του Μπέρτολτ Μπρεχτ σε σκηνοθεσία Ζιλ Ντασέν, «Αντιγόνη» (1995) του Σοφοκλή σε σκηνοθεσία Μίνωα Βολανάκη, «Βασιλιάς Ληρ» (1996) του Σαίξπηρ, «Περιμένοντας τον Γκοντό» του Σάμιουελ Μπέκετ (1997), «Οι Μικροαστοί» του Γκόργκι (2000), «Ηταν όλοι τους παιδιά μου» του Αρθουρ Μίλερ (2006), «Ο αφέντης Πούντιλα και ο δούλος του ο Μάττι» (2010) του Μπέρτολτ Μπρεχτ, «Η ανάκριση» του Πέτερ Βάις (2013) και πολλές άλλες.

Και μέσα από αυτές δίνει την ουσία της τέχνης του θεάτρου, που ο ίδιος την εξηγούσε ως εξής:

«Το θέατρο παρέχει παιδεία, όπως και οι άλλες τέχνες. Σίγουρα, δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, αλλά αναγκάζει τον άνθρωπο να θυμηθεί, να μην ξεχνάει, του αφυπνίζει τη συνείδηση, του φανερώνει τις αλήθειες που υπάρχουν γύρω του και δε φαίνονται με τη μία, γιατί η καθημερινότητά του είναι θολή, γεμάτη τρέξιμο και άγχος και δεν μπορεί να εντοπίσει το ουσιώδες. Εκεί μπορεί να παρέμβει η Τέχνη. Η Τέχνη και το θέατρο ειδικά, που είναι δραματική τέχνη, αυτή η αλληλεπίδραση με τους θεατές δημιουργεί βιώματα. Οι θεατές ζουν καταστάσεις που δεν μπορούν να τις ζήσουν μόνοι τους και αυτό γίνεται βίωμα, δηλαδή γνώση. Αυτό είναι και το δύσκολο της δουλειάς. Αυτό θέλει αφοσίωση, βαθιά γνώση της ζωής. Και αποτελεί μια συνεχή προσπάθεια απ’ όλους μας».

Αταλάντευτα στο πλευρό του ΚΚΕ

Γεμάτος πάθος, στη σκηνή του Φεστιβάλ ΚΝΕ – Οδηγητή

Η στάση του και η πορεία του στην τέχνη ήταν άρρηκτα δεμένες με τη στάση του στη ζωή. Ελεγε: «Η Τέχνη μαθαίνεται μέσα στη ζωή. Εκεί μαθαίνεις. Είναι απαραίτητα τα εφόδια, οι τεχνικές, αλλά για να τα εφαρμόσεις ζώντας μαζί με τους ανθρώπους και μάλιστα με αυτούς που ζουν όλες τις πιέσεις και τους καταναγκασμούς.

Από τα πρώτα μου βήματα είμαι πολιτικοποιημένος. Λόγω των συνθηκών, της οικογένειάς μου. Ετσι διαμορφώθηκα. Αισθάνομαι ότι είναι η δύναμή μου».

Ο Κώστας Καζάκος ήταν αταλάντευτα δεμένος με το ΚΚΕ. Από το 2007 έως το 2012 μάλιστα διατέλεσε και βουλευτής του Κόμματος, εκλεγμένος με το ψηφοδέλτιο Επικρατείας.

Σε όλη του τη ζωή και τη δημιουργική πορεία έδινε το «παρών» σε όλες τις εκδηλώσεις και δράσεις του Κόμματος και του κινήματος.

Καλώντας στις εκλογές του Γενάρη του 2015 τον λαό να στηρίξει το ΚΚΕ, σημείωνε: «Η “Ελπίδα” και η “Πίστη”, οι “Μεσσίες” και οι “Σωτήρες” είναι για τους πεθαμένους. Οι ζωντανοί δεν περιμένουν άπραγοι κάποιους να τους βοηθήσουν. Παλεύουν να φτιάξουν τις εν ζωή συνθήκες. Ο αγώνας τους είναι να απομακρυνθούν όσο γίνεται περισσότερο από τη ζωώδη ζωή, από την κατά φύση ζωή, από τη θανατηφόρα επιβίωση. Είναι αγώνας για εξανθρωπισμό. Κι αυτό χρειάζεται “Αρετήν και Τόλμην”, όπως μας λέει ο Κάλβος. Οι πόρτες στο σπίτι του Λαού είναι ανοιχτές. Είναι διάπλατες. Μένει στην ευθύνη του καθενός μας να βρει το κουράγιο, να βρει την Αρετή και την Τόλμη και να κάνει το μεγάλο βήμα στη ζωή του. Στις 25 του Γενάρη, ο Εργαζόμενος Λαός μπορεί να γίνει Αυτός ο Αναμενόμενος, ο Μεσσίας, ο Σωτήρας του τόπου μας».

Και το 2018 σε άρθρο του στον «Ριζοσπάστη» για τα 100 χρόνια του ΚΚΕ, σημείωνε μεταξύ άλλων: «Δεν φτάνει να είσαι σοφός, διανοούμενος, άνθρωπος των γραμμάτων, καλλιτέχνης, γιατρός, μηχανικός, δικηγόρος, αγρότης, εργάτης, φοιτητής. Χρειάζεται κάτι περισσότερο: Χρειάζεται να είσαι κομμουνιστής. Χωρίς αμφισβητήσεις και χωρίς ταλαντεύσεις. Καθαρά και ξάστερα. Ο κομμουνιστής, 100 χρόνια τώρα, είναι ο ορκισμένος εχθρός της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο».

Την τελευταία του παράσταση, το μουσικοθεατρικό έργο «Πώς να σωπάσω» σε σκηνοθεσία Τζένης Κόλλια, την απολαύσαμε πέρσι στην Κεντρική Σκηνή του 47ου Φεστιβάλ ΚΝΕ – «Οδηγ

πηγή ”Ρ”

Comments are closed.